Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Ινδοευρωπαίοι και Πρωτοέλληνες στον ελλαδικό χώρο (1)

            
               (Η εξάπλωση των ινδοευρωπαϊκών ομάδων από την  Ποντική-Κασπική περιοχή
                από το 4000 ες το 1000 π.Χ περίπου, συμφώνως προς το μοντέλο Κουργκάν)

 Το ζήτημα της προελεύσεως των Ελλήνων είναι ένα θέμα, το οποίο φυσιολογικώς έχει απασχολήσει κατά πολύ τον ευρύτερο «εθνικιστικό χώρο». Πολλά άτομα του εν λόγω χώρου παρακινούμενα πολλές φορές από πατριωτισμό αρνούνται να δεχθούν το ενδεχόμενο εισόδου των προγόνων τους στον ελλαδικό χώρο από εξωελλαδικές περιοχές και απορρίπτουν την ύπαρξη των Ινδοευρωπαίων και της καθόδου τμημάτων αυτών, θεωρώντας ίσως πως αυτό θα μείωνε το πατρογονικό δικαίωμά τους πάνω στην ελληνική γη. Παραλλήλως προωθούνται θεωρίες οι οποίες παρουσιάζουν το ελληνικό έθνος ως ανάδελφο, ως μη έχοντα δηλαδή καμία φυλετική σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά έθνη, θεωρίες βεβαίως που έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με άλλες που υποστηρίζονται ταυτοχρόνως από τα ίδια άτομα και οι οποίες αποδίδουν ελληνική καταγωγή σε βορειοευρωπαϊκούς, κεντροευρωπαϊκούς ή ανατολικοευρωπαϊκούς λαούς. Οι αντιλήψεις αυτές είτε προέρχονται από ανιδιοτελή ή από ιδιοτελή κίνητρα, γεγονός είναι πως παρουσιάζουν μία σύγχυση στον τρόπο σκέψεως και στην αντίληψη περί της ουσίας της ελληνικότητος. Ανύπαρκτες τεχνολογικές ανακαλύψεις ή ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις χρεώνονται στους προγόνους μας, στην προσπάθεια να αποδειχθεί με κάθε τρόπο η προέλευση της συγχρόνου ευρωπαϊκής κοινωνίας και των συγχρόνων αντιλήψεων και ανακαλύψεων από αυτούς. Μίας κοινωνίας που βρίσκεται σε καθοδική πορεία και ενός συνόλου αντιλήψεων που θα γίνονταν σίγουρα αντικείμενα χλευασμού από τους δικούς μας προπάτορες, αλλά και από αυτούς των υπολοίπων ευρωπαϊκών εθνών. Επίσης επιστημονικά και στρατιωτικά επιτεύγματα αποδίδονται συλλήβδην σε όλους τους Έλληνες, ως να ήταν στο σύνολό τους επιστήμονες, εφευρέτες, φιλόσοφοι ή ικανοί στρατιωτικοί, φανερώνοντας τον ισοπεδωτικό, εξισωτικό και αντιαριστοκρατικό χαρακτήρα αυτού του τύπου εθνικισμού, ο οποίος εξυψώνει το σύνολο ( το οποίο και μετατρέπει σε μάζα) στην θέση που κατέχει μία μειοψηφία αρίστων. Ενός τύπου εθνικισμού που αγνοεί πως ανισότητες υπάρχουν και εντός των εθνών, καθώς κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και καταλαμβάνει την θέση που του αναλογεί στην κοινωνική διαστρωμάτωση· μία θέση που του δίνει την δυνατότητα να αναπτύξει πλήρως την προσωπικότητά του και τις δυνατότητές του, καθιστάμενος έτσι λειτουργικό και οργανικό τμήμα της κοινότητός του. Ενός εθνικιστικού χώρου που επικαλείται συνεχώς τον Πλάτωνα, αλλά που ξεχνά την αντιστοιχία των τριών τάξεων της Πλατωνικής πολιτείας, των τελείων φυλάκων, των επίκουρων φυλάκων και των δημιουργών με τα τρία τμήματα της ψυχής: του λογιστικού, του θυμοειδούς και του επιθυμητικού. Ενός «καταγωγικού εθνικισμού» όπως θα έλεγε και ο Ιούλιος Έβολα, ο οποίος αντί να μάχεται  για το πέρασμα από τον κόσμο του αστού (όπου κυριαρχεί το επιθυμητικό) σε έναν ανώτερο όπου θα κυριαρχεί ο νους συντονίζοντας τις άλλες δύο λειτουργίες, οδηγεί τελικώς στην ισοπέδωση. 

Μία παρουσίαση λοιπόν της διαδικασίας εισόδου των ινδοευρωπαϊκών πληθυσμιακών ομάδων στον ελλαδικό χώρο, θα ήταν χρήσιμο να συνοδευτεί  από μία αναφορά στην εξάπλωση αυτών τον ομάδων, από τις περιοχές τις Νοτίου Ρωσίας και της Ουκρανίας στην χερσόνησο του Αίμου και στις επαφές τους με τους πληθυσμούς που συνάντησαν στις περιοχές αυτές.

Κατά την ύστερη έβδομη χιλιετία π.Χ. αγροτικοί πληθυσμοί προερχόμενοι από την Ανατολία εξαπλώθηκαν στις ακτές του Βορείου Αιγαίου, στην Θράκη, στην ανατολική Μακεδονία, στη Θεσσαλία και προωθήθηκαν στο εσωτερικό των Βαλκανίων: στις κοιλάδες του Αξιού, του Μόραβα, του κάτω Δουνάβεως και βορείως του Δέλτα του Δουνάβεως (πολιτισμοί προ-Διμήνι, Καράνοβο Ι, Στάρτσεβο, Κρις-Κιόρος). Κατά την εξάπλωσή τους αυτή ήρθαν σε επαφή με τους παλαιότερους πληθυσμούς κυνηγών – τροφοσυλλεκτών, με τους οποίους κατά περιοχές ανεμείχθησαν και στους οποίους εξήσκησαν πολιτιστική επιρροή. Η αύξηση του πληθυσμού, η εξάπλωση και η πυκνότητα των οικισμών καθώς και η ανάπτυξη διαφόρων τεχνών, υποδεικνύουν πως για ένα διάστημα περίπου δύο χιλιάδων ετών, υπήρξε ανάπτυξη δίχως κάποια διακοπή ή αναστάτωση. Στην περίοδο αυτή εμφανίζεται ο πολιτισμός Κουκουτένι – Τριπολί στα εδάφη των σημερινών κρατών Ρουμανίας και Ουκρανίας και νοτιότερα, στην σημερινή Βουλγαρία ο πολιτισμός Γκουμέλνιτσα. Γύρω στο 4000 με 4500 π.Χ. φαίνεται πως υπάρχει διείσδυση στην περιοχή των Β.Α. Βαλκανίων, ομάδων που προέρχονται από τις στέπες που απλώνονται από τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου μέχρι την Κασπία, την επονομαζόμενη Ποντική-Κασπική περιοχή. Στην διαπίστωση αυτή συνηγορούν αρχαιολογικά ευρήματα όπως τα αλογόμορφα σκήπτρα (η σημασία του αλόγου στην ζωή, την οικονομία και την τελετουργία των φύλων της στέπας ήταν μεγάλη), καθώς και ένα νέο είδος ταφής, όπου ο νεκρός θάβεται μέσα σε ορθογώνιο ή κιβωτιόσχημο τάφο, σε ύπτια στάση με τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα και είναι χρωματισμένος με ώχρα. Άλλο στοιχείο είναι και η εμφάνιση μίας νέας τεχνοτροπίας στην κεραμική τέχνη, όπου χρησιμοποιούνται κομμάτια οστράκων και σχοινοειδής διακόσμηση. Και τα τρία προαναφερθέντα στοιχεία είναι νέα χαρακτηριστικά που προηγουμένως συναντώνταν μόνο στην στέπα, όπως στην περιοχή του Δνείπερου κατά την περίοδο Σρέντνυ Στόγκ και Νοβοντανίλοφκα. Από τον τύπο ταφής προέρχεται και ο όρος «πολιτισμός Κουργκάν» που συμπεριλαμβάνει τους πολιτισμούς Σαμάρα, Κβάλυνσκ, Σρέντνυ Στογκ, Ντνίπερ-Ντόνετς, Ουσάτοβο, Μάικοπ-Ντερέιβκα και Γιάμνα ή Γιαμνάγια. Ο όρος «Κουργκάν» είναι τουρκικής προελεύσεως και δηλώνει τον τύμβο· με τύμβο καλύπτονταν οι τάφοι στους πολιτισμικούς ορίζοντες που αναφέρθηκαν προηγουμένως, εκτός από τους τρεις πρώτους όπου δεν υπήρχε τύμβος (Σρέντνυ Στογκ) ή υπήρχε  ένας επιτάφιος λίθος ή ένα πολύ χαμηλό τεχνητό ύψωμα (Σαμάρα και Κβάλυνσκ). Τα αντικείμενα τα οποία έχουν ανακαλυφθεί στους αγροτικούς οικισμούς των Βαλκανίων και τα οποία φαίνεται να προέρχονται από την Ποντική-Κασπική περιοχή, υποδηλώνουν την εγκατάσταση εκεί, ποιμενικών λαών από την στέπα. Η οικοδόμηση οχυρώσεων δε, δείχνει πως αυτή η συμβίωση, ίσως να μην ήταν πάντοτε ειρηνική. Γεγονός πάντως είναι, πως δημιουργήθηκαν υβριδικές κοινότητες από την ανάμειξη αυτή γεωργικών με ποιμενικούς/ημινομαδικούς λαούς (πολιτισμοί Ουσάτοβο -3500-3000 π.Χ.- και Τσερναβόντα Ι – 4000 π.Χ. περίπου).

                                 (Οι τέσσερεις φάσεις Κουργκάν κατα την Marija Gimbutas)

 Κατά την διάρκεια τις τέταρτης χιλιετίας π.Χ. παρατηρείται από τους επιστήμονες, μία αναδιοργάνωση στις κοινωνικές δομές σε όλη την έκταση της Ν.Α. Ευρώπης, η οποία σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη οικισμών, την εκτόπιση προηγουμένων πολιτιστικών προτύπων, την απόσυρση σε σπηλιές, νησιά ή εύκολα οχυρώσιμα υψώματα και την οπισθοδρόμηση σε τεχνολογικό επίπεδο. Παραλλήλως συνεχίζονται οι εισβολές από την στέπα ομάδων που είναι φορείς του πολιτισμού Γιαμνάγια (3600-2200 π.Χ.), ο οποίος αποτελεί εξέλιξη των πολιτισμών Σρέντνυ Στογκ (μέσα 5ης- μέσα 4ης χιλιετίας) και Κβάλυνσκ (5η χιλιετία π.Χ.). Οι ομάδες Γιαμνάγια ήταν αρκούντως ευκίνητες, λόγω της χρήσεως του αλόγου και των αμαξών που έσερναν βόδια, ενώ θεωρούνται και οι πρόγονοι πολλών ινδοευρωπαϊκών γλωσσικών ομάδων. Συνακολούθως έχουμε την ανάδυση ενός νέου συμπλέγματος πολιτισμών, το οποίο καλύπτει την περιοχή από τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου και την ενδοχώρα τους, την Α. Ευρώπη, μέχρι την Β.Δ. Ανατολία. Στο σύμπλεγμα αυτό περιλαμβάνεται ο πολιτισμός Εζερό (3300-2700 π.Χ.) στην Βουλγαρία, ο πολιτισμός Μπάντεν (3600-2800 π.Χ. Μοραβία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Δ. Ρουμανία, Α. Αυστρία) και πολιτισμός που αναδύεται αυτήν την περίοδο στην Τροία (Τροια Id-IIc).

Οι ενδείξεις για την μετακίνηση πληθυσμών από την στέπα προς τα Βαλκάνια, οι οποίες πριν την τρίτη χιλιετία ήταν σποραδικές, τώρα πληθαίνουν. Ταφές Κουργκάν που ανάγονται σε αυτήν την περίοδο, εμφανίζονται εκτός από την περιοχή του Δουνάβεως και στην Ρουμανία όπου οι νεκροί είναι πιο σωματώδεις και υψηλότεροι εώς και 10 εκ., στην Βουλγαρία και στην Γιουγκοσλαβία. Στην Ουγγαρία μόνο υπάρχουν πάνω από τρείς χιλιάδες Κουργκάν. Τα αντικείμενα που έχουν βρεθεί στους τάφους και περιλαμβάνουν αργυρά ενώτια και χάλκινες χάντρες, μας είναι γνωστά από ταφές στην στέπα.

 (Η εξάπλωση των προελληνικών ινδοευρωπαϊκών φύλων - από την "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" Τόμος Α' - Εκδοτική Αθηνών)


Όσον αφορά, την είσοδο των ινδοευρωπαϊκών πληθυσμιακών ομάδων στον ελλαδικό χώρο, η πλειοψηφία των μελετητών θεωρεί ως παλαιότερη πιθανή χρονολογία το 3100/3000 π.Χ. περίπου για τις βορειότερες περιοχές και το 2800 π.Χ. για το νοτιότερο τμήμα, περιόδους κατά τις οποίες ξεκινά η Πρωτοελλαδική Ι, η ανάδυση της οποίας σηματοδοτεί και την έναρξη της εποχής του Ορειχάλκου στην Ελλάδα. Οι Ινδοευρωπαίοι που κατήλθαν στον ελλαδικό χώρο συνάντησαν τους προηγούμενους κατοίκους του, οι οποίοι ανήκαν στο λεγόμενο μεσογειακό υπόστρωμα γενικότερα και σε λαούς όπως οι Έκτηνες, οι Κυλικράνες, οι Τυρρηνοί, οι Ετεοκρήτες και οι Λέλεγες. Στους μη ελληνικούς ινδοευρωπαϊκούς λαούς ανήκουν οι Αίμονες, οι Δρύοπες, οι Πρωτο-Αχαιοί, οι Καύκονες, οι Τέμμικες και οι Ύαντες. Οι Αίμονες μνημονεύονται ως πανάρχαιοι κάτοικοι της Θεσσαλίας και ο Μ. Σακελλαρίου τους θεωρεί ως φορείς στον ελλαδικό χώρο, ενός πολιτισμού που άνθισε στην ευρύτερη περιοχή του Αίμου, ο οποίος σχετίζεται και ετυμολογικά με το εθνωνύμιό τους, του πολιτισμού της Γκουμέλνιτσας. Ο Μ. Σακελλαρίου αποδίδει ινδοευρωπαϊκή καταγωγή και στους Πελασγούς, αλλά και στους Φοίνικες του Κάδμου. Στους πρώτους ετυμολογεί το όνομα από την ρίζα bel "ακμάζω, ανθώ, βλαστάνω" και osg(h)o "κλαδί", και συσχετίζει την ετυμολογία με τους μύθους που θέλουν τον Πελασγό να ανακαλύπτει την καλλιέργεια δημητριακών και την θρεπτική αξία των βελανιδιών. Στους δεύτερους αποδίδει Ηπειρωτική καταγωγή. Οι Δρύοπες αρχικά εντοπίζονται στην Ήπειρο, όπου και η περιοχή με την ονομασία Δρυοπίς, ενώ μετακινούνται κατά την μυκηναϊκή εποχή στην Κ. Ελλάδα, στην κοιλάδα του Σπερχειού από όπου σύμφωνα με τους μύθους θα εκδιωχθούν από τον Ηρακλή. Θα μεταναστεύσουν επίσης στο νότιο τμήμα της Εύβοιας και κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους θα κατοικήσουν και στην αργολική Ασίνη, την οποία κατά τις παραδόσεις τους παρεχώρησε ο Ευρυσθέας. Κατά τους ιστορικούς χρόνους θα εγκατασταθούν και στην Μεσσηνία, σε περιοχή την οποία τους παρεχώρησαν οι Σπαρτιάτες και θα ιδρύσουν και εκεί πόλη με την ονομασία Ασίνη. Οι Πρωτο-Αχαιοί θεωρείται πως είναι ο λαός που έδωσε στους ελληνόφωνους Αχαιούς το όνομά τους, καθώς και κάποιες λατρείες. Το εθνωνύμιό τους ετυμολογείται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw που σημαίνει νερό και λατρείες που μετέδωσαν πρέπει να ήταν αυτή του Αχιλλέως ως θεότητος του υγρού στοιχείου και της Αχαίας. Πρέπει να κατοικούσαν στην Κ. Ελλάδα, στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδος, όπου το ελληνόφωνο φύλο τους απερρόφησε. Οι Καύκονες κατείχαν τμήμα της Δ. Πελοποννήσου, αλλά αργότερα θα πάψουν να υπάρχουν ως ξεχωριστό φύλο από την μυκηναϊκή ήδη εποχή. Μνημονεύονται στην Ιλιάδα όπως και στην Οδύσσεια, αλλά και από το Ηρόδοτο. Οι Τέμμικες και οι Ύαντες αναφέρονται ως παλιοί κάτοικοι της Βοιωτίας, πριν από την κατάκτησή της από τον Κάδμο και τους ακολούθους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου