Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Tο Έπος των Περσών και των Ινδών (Μέρος 1ο)

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μετάφραση τμήματος του έργου του Ολλανδού γλωσσολόγου Jan De Vries (1890-1964) με τίτλο "Heldenlied en Heldensage" (Ηρωικό Μέλος και Ηρωικός Θρύλος), εκδοθέν το 1959 και εν συνεχεία το 1963 στην αγγλική.


Τα προϊόντα της Ανατολικής κουλτούρας προξενούν συχνά παράξενη εντύπωση στον Δυτικό άνθρωπο. Αυτό δεν αφορά λιγότερο την ινδική σκέψη και την ινδική λογοτεχνία από ότι την ινδική πλαστική τέχνη. Τα πάντα τείνουν να προσλαμβάνουν τις πολυτελέστατες μορφές ενός τροπικού δάσους. Οι εικόνες των θεών, παράξενες και αλλόκοτες, με τα πολλά τους χέρια, τα δαιμονικά πρόσωπα, τις παράξενες ιδιότητές τους· οι ναοί με την υπεραφθονία διακοσμήσεως και την συμβολικώς συλληφθείσα δομή τους, οι λεπτώς ελισσόμενες υποθέσεις περί της φύσεως του ανθρώπου και του Θεού οι οποίες ξεθωριάζουν σε μία νιρβάνα δίχως σκέψη. Όλα αυτά μας ζαλίζουν και για να διακρίνουμε την ομορφιά που αναμφιβόλως κρύβεται σε αυτά, πρέπει εμείς οι Δυτικοί, να εγκαταλείψουμε πολλούς από τους τρόπους σκέψεως μας αν πρόκειται να νοιώσουμε οικείοι σε αυτόν τον παράξενο κόσμο.

Η επική ποίηση των Ινδών επίσης μας εντυπωσιάζει ως παράξενη. Νοιώθουμε οικείοι με την Ιλιάδα. Εκεί βρίσκουμε μία ωραία συναίσθηση της αναλογίας. Εκεί βρίσκουμε μία συναίσθηση συγκρατήσεως και ωραίας τάξεως η οποία μας φαίνεται να είναι η ουσία κάθε γνησίως κλασσικής τέχνης. Αλλά όταν διαβάζουμε το Μαχάμπχάρατα, φαίνεται σαν να περιπλανώμαστε διαμέσου των πολλών στοών και στροφών ενός Μπορομπουντούρ (Σημείωση ιστολογίου: Βουδδιστικός ναός στην Ιάβα της Ινδονησίας) και εμπλεκόμαστε στην πολλαπλότητα της λεπτομέρειας και των παρεκκλίσεων.

Σε μέγεθος το Μαχάμπχάρατα, το πιο σημαντικό ινδικό έπος, είναι τεράστιο. Στην παρούσα του μορφή αποτελείται από 107.000 δίστιχες στροφές ή ślokas. Αν τοποθετήσουμε αυτούς τους περισσότερους από 200.000 στίχους δίπλα από τα 16.000 εξάμετρα της Ιλιάδος, τότε συνειδητοποιούμε την διαφορά ανάμεσα στην υπερβολή και την συνετή συγκράτηση. Μία ινδική συλλογή παραμυθιών ονομάζεται Καθαριτσαγκάρα, δηλαδή ο ωκεανός των παραμυθικών ποταμών. Πράγματι, ο Ινδός σκέφτεται υπό όρους ωκεανών, ενώ ο Έλληνας βλέπει μπροστά του την εικόνα της Μεσογείου.

Φυσικώς, ένα έπος τέτοιου μεγέθους είναι το αποτέλεσμα μακράς αναπτύξεως.

Το ποίημα το ίδιο έχει να μας πει κάτι για αυτό, καθώς μας αναφέρει με διασκεδαστική ακρίβεια ότι είχε μόνο 24.000 ślokas, αλλά πως αυτό το ποίημα ήταν με την σειρά του η επέκταση ενός παλιότερου έπους 8.800 στροφών δηλ. το μέγεθος της Ιλιάδος. Αυτή επέκταση οφείλεται κυρίως στην εισαγωγή αναρίθμητων επεισοδίων: πρώτον, όλων των ειδών άλλων ηρωικών θρύλων οι οποίοι λέγονται ως παραδείγματα, όμως σε υστερότερους καιρούς και μακρών παρεκβάσεων φιλοσοφικής και διδακτικής φύσεως. Το έκτο βιβλίο του Μαχάμπχάρατα περιέχει την Μπαγκαβάτ Γκιτά ή « Θείον Μέλος» το οποίο αποπειράται να συνθέσει τα διάφορα μεταφυσικά συστήματα. Ο τρόπος με τον οποίο έχει παρεμβληθεί είναι αξιοσημείωτος: όταν ο ήρωας οπισθοχωρεί μπροστά στο ενδεχόμενο χύσιμο του αίματος τόσων συγγενών, ο θεός ο οποίος έχει μεταμορφωθεί σε άνθρωπο  αντιτίθεται σε αυτήν την στιγμιαία αδυναμία, υποδεικνύοντας ότι όλα τα ζωντανά πράγματα πρέπει να ακολουθήσουν την κυκλική πορεία μέσω του θανάτου προς μία νέα ζωή.

Το δέκατο τρίτο βιβλίο περιέχει μία σειρά νομικών πραγματειών. Μακρές παρεκβάσεις επί της εγκοσμίου σοφίας και της πολιτικής και επίσης περί της moksa ή της απελευθερώσεως από την αλυσίδα των αναγεννήσεων , δίνουν στο επικό ποίημα τον χαρακτήρα μίας dharmasastra ή πραγματείας περί του θεϊκού και εγκοσμίου δικαίου. Είναι επομένως ευκόλως κατανοητό το ότι στους ναούς που είναι αφιερωμένοι στον Βισνού και στον Σίβα και στους τόπους προσκυνήσεως το Μαχάμπχάρατα διαβάζεται δυνατά μέχρι και σήμερα.

Όταν κανείς ρωτήσει πότε δημιουργήθηκε αυτό το γιγαντιαίο έργο η απάντηση είναι: στην πορεία οκτώ περίπου αιώνων. Η τελική εκδοχή ανήκει στον τέταρτο αιώνα της εποχής μας, αλλά η απαρχή του έπους μπορεί με βεβαιότητα να αναχθεί στον τέταρτο αιώνα π.Χ. Εκείνο τον καιρό θα ήταν ακόμη ένα καθαρώς επικό ποίημα. Με την πάροδο του χρόνου και στα χέρια τον Βραχμάνων ιερέων έγινε το δοχείο, το οποίο συνέλεξε  από όλες τις κατευθύνσεις τα ρεύματα της ινδικής σκέψεως. Όμως το γεγονός πως θεολογικές και ιδίως νομικές παρεκβάσεις μπόρεσαν τόσο εύκολα να βρουν μία θέση εντός του, ίσως να είναι μία ένδειξη ότι η ινδική παράδοση ποτέ δεν το θεωρούσε ως ένα κοσμικό ηρωικό ποίημα υπό την στενότερη έννοια, αλλά ότι το ποίημα είχε μία συγκεκριμένη συγγένεια με την θρησκευτικο-φιλοσοφική λογοτεχνία.

Ο πυρήνας του έπους μπορεί να συνοψισθεί  εν συντομία κατά τον ακόλουθο τρόπο. Ο Παντού, πρίγκηπας του Κουρού, που βρίσκεται στα λεκανοπέδια του άνω Γάγγη και του Τζούμνα, αφήνει πέντε γιους μετά τον θάνατό του οι οποίοι ονομάζονται εκ του πατρός τους Παντάβα. Οι διαπρεπέστεροι των γιων αυτών είναι ο Γιουντιστίρα, ο Μπίμα και ο Άργιουνα. Ανατρέφονται από τον τυφλό θείο τους Ντριταράστρα. Προκύπτει αντιζηλία όμως ανάμεσα στους γιούς αυτού του πρίγκηπος και τους πέντε εξαδέλφους τους. Ο πρεσβύτερος γιος που ονομάζεται Ντουρυοντάνα επιτυγχάνει τελικώς να καταστήσει τον πατέρα του προκατηλειμένο έναντι των Παντάβα, παρά την αντίθεση του θείου του Βασιλέως Μπίσμα, του πολεμιστού-Βραχμάνου Ντρόνα και του δικαστού Βιντουέρα.

Οι γιοι του βασιλιά Ντριταράστρα καταφέρνουν να αποκτήσουν την υποστήριξη του ήρωος Κάρνα, γιου ενός ηνιόχου. Τότε ο Ντουρυοντάνα αποπειράται να φονεύσει τους εξαδέλφους του παρασύροντάς τους εντός μίας οικίας από εύφλεκτο υλικό η οποία τότε πυρπολείται. Αυτή η δόλια μέθοδος συναντάται επίσης στην Ιρλανδική και στην Γερμανική λογοτεχνία. Ενθυμίζει το κάψιμο της αιθούσης στον μύθο των Βουργουνδών. Όμως συνέβη επίσης και στην αληθινή ζωή· οι Ισλανδικές σάγκες δίνουν μερικά παραδείγματα του brenna inni, του καψίματος του εχθρού εντός της οικίας του.

Εντούτοις, οι Παντάβα καταφέρνουν να αποδράσουν με την μητέρα τους Κούντι μέσω ενός υπογείου περάσματος. Όμως το έδαφος κάτω από τα πόδια τους έχει γίνει τόσο καυτό που κρύβονται μέσα σε ένα δάσος, ενώ ο Ντουρυοντάνα έχει την καθησυχαστική εντύπωση πως χάθηκαν μέσα στις φλόγες.

Ενδεδυμένοι ως Βραχμάνοι, οι αδερφοί ζουν μέσα στο δάσος. Ο αφύσικα δυνατός Μπίμα φονεύει δύο τέρατα ή Ρακσάσα, ένας άθλος που είναι σχεδόν υποχρεωτικός για έναν ήρωα και που μπορεί να συγκριθεί με την μάχη του Μπέογουλφ εναντίον της Γκρέντελ. Ο βασιλιάς του γειτονικού λαού των Παντσάλα, που ονομάζεται Ντρουπάντα, αποφασίζει να διοργανώσει ένα σβαγιαμβάρα (svayamvara) για την κόρη του Κρίσνα (Krśna), που συνήθως ονομάζεται Ντραουπάντι. Αυτό σημαίνει πως μπορεί να πάρει έναν σύζυγο της δικής της επιλογής εκ των πριγκήπων που έρχονται από όλες τις μεριές. Οι πέντε αδελφοί, ζητιανεύοντας και ενδεδυμένοι ως Βραχμάνοι, επίσης πηγαίνουν εκεί. Ως δοκιμασία της δυνάμεώς τους, οι μνηστήρες πρέπει να λυγίσουν ένα τεράστιο τόξο και να τοξεύσουν ένα βέλος προς ένα συγκεκριμένο στόχο. Ουδείς εκ των παρόντων δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό. Μόνον ο Κάρνα είναι τόσο δυνατός. Αλλά η Ντραουπάτι τον απορρίπτει ως σύζυγο διότι ανήκει σε κατώτερη κάστα. Τότε ο Άργιουνα προχωρεί και εκπληρώνει τον σκοπό.

Το λύγισμα ενός τόξου ως δοκιμασία δυνάμεως εξιστορείται επίσης στο άλλο Ινδικό έπος, την Ραμαγιάνα· προφανώς είναι ένα παλαιό απομεινάρι από ένα μακρινό παρελθόν, διότι μας θυμίζει τον Οδυσσέα ο οποίος λυγίζει ένα τόξο στην αίθουσα του οίκου του όπου είναι συγκεντρωμένοι οι μνηστήρες, και έτσι ξεκινά την λύση του έργου.

Ο Άργιουνα γίνεται τώρα αποδεκτός ως σύζυγος, παρά τις διαμαρτυρίες πολλών εκ των παρόντων πριγκήπων διότι είναι Βραχμάνος. Τότε οι Παντάβα αποκαλύπτουν ποιοι είναι και επιπλέον απαιτούν όπως η Ντραουπάτι, συμφώνως προς ένα προγονικό έθιμο, τους νυμφευθεί όλους.

Ο Ντραουπάτα επιτυγχάνει την ειρήνη ανάμεσα στον Ντριταράστρα και τους Παντάβα. Ο Γιουντιστίρα γίνεται άρχοντας του μισού βασιλείου. Ο Άργιουνα υποτίθεται πως σπάει την συμφωνία μεταξύ των αδελφών σχετικώς με την σχέση τους προς την Ντραουπάτι και ως ποινή φεύγει εξόριστος για δώδεκα χρόνια ζώντας ως ερημίτης. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει από το να εμπλακεί σε μία σειρά περιπετειών πολέμου και έρωτος. Όταν τελικώς επιστρέφει στους αδελφούς του, η δύναμή τους έχει αυξηθεί συνεχόμενα· έχουν αποκτήσει μία κυρίαρχη θέση στην Βόρειο Ινδία και ο Γιουντιστίρα προσφέρει τώρα την περίφημη βασιλική θυσία γνωστή ως aśvamedha.

Επι του παρόντος παρόλα αυτά, η μοίρα θα στραφεί εναντίον τους. Οι γιοι του Ντριταράστρα προσκαλούν τον Γιουντιστίρα σε ένα παιχνίδι ζαριών με τον Σιακούνι, αδελφό της μητρός τους. Συνεπαρμένος από το παιχνίδι ο Γιουντιστίρα στοιχηματίζει τα πάντα στη τελευταία ζαριά· χάνει όλη τις κτήσεις του και εν τέλει την ελευθερία του καθώς και αυτήν των αδελφών του. Στην φημισμένη ιστορία του Nala συναντώνται επίσης η svayamvara  και το παιχνίδι των ζαριών, πράγμα που αποδεικνύει πόσο σημαντικά ήταν αυτά στην ινδική παράδοση.

Ο Τάκιτος αναφέρει επίσης το πάθος των γερμανικών λαών για το παιχνίδι των ζαριών στο οποίο στοιχηματίζονται τα πάντα. Αν ο παίκτης χάσει επιτρέπει να γίνει δέσμιος και να πουληθεί «Μια τέτοια ξεροκεφαλιά επικρατεί ανάμεσά τους για έναν ανόητο σκοπό. Αυτοί όμως το ονομάζουν πιστότητα». Ο Ρωμαίος συγγραφέας δεν μπορούσε να εικάσει τι κρυβόταν πίσω από αυτό. Η Έδδα μας λέει παρομοίως ότι στους αρχαίους καιρούς οι θεοί έπαιζαν το παιχνίδι των ζαριών. Όμως αυτό το παιχνίδι είναι κάτι περισσότερο από τρόπο να περνά η ώρα. Είναι μία εξέταση της μοίρας· και τοιουτοτρόπως ένας καθορισμός της μοίρας. Αυτός είναι ο λόγος που ο χαμένος δεν αντιτίθεται ποτέ στο αποτέλεσμα του παιχνιδιού: alea locuta est.

Οι Παντάβα επομένως έχουν χάσει το βασίλειό του και για δώδεκα χρόνια θα πρέπει να αναζητήσουν καταφύγιο στο δάσος. Στο τέλος αυτής της περιόδου παραμένουν για τον δέκατο τρίτο χρόνο στην υπηρεσία του Βιράτα, βασιλέως των Μάτσυα, ενός έθνους που ζούσε νοτίως των Κούρου.

Επιτέλους έχει έλθει ο χρόνος για να αποκαλυφθούν. Όταν οι Καουράβα, οι πρίγκηπες των Κουρού ξεκινούν μία μεγάλης κλίμακος επιδρομή για την αρπαγή κοπαδιών, ηττώνται από τον Άργιουνα. Οι Παντάβα πρόκειται να παλινορθωθούν στο βασίλειό τους, αλλά οι γιοι του Ντριταράστρα το αρνούνται και προετοιμασίες διεξάγονται και στις δύο πλευρές για την μάχη στην οποία θα εμπλακούν όλοι οι πρίγκηπες της Βορείου Ινδίας.

Η μάχη περιγράφεται λεπτομερώς. Ο ποιητής χρησιμοποιεί εδώ το συχνώς εμφανιζόμενο μοτίβο του αγγελιοφόρου. Κατά διαστήματα ο Σανυάρυα εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης για να κρατήσει τον Ντριταράστρα ενήμερο για την πορεία της μάχης. Υπάρχουν πολλά θύματα εκ της συγκρούσεως ανάμεσά τους και οι γιοι του Ντριταράστρα. Το τέλος είναι ένας θρήνος που εκστομίζεται από την μητέρα των νεκρών.

Μία τέτοια κατάληξη του ποιήματος φανερώνει μία ομοιότητα με την Ιλιάδα και το Μπέογουλφ. Η κορύφωση του έπους έχει επιτευχθεί σε αυτήν την τρομερή και αποφασιστική μάχη· θρήνος και κηδεία είναι η ικανοποιητική τελική νότα. Το έπος όμως συνεχίζει χωρίς εντούτοις να διατηρεί τον ηρωικό χαρακτήρα του. Μας λέγεται πως ο Γιουντιστίρα μόλις τώρα ανακαλύπτει ότι ο Κάρνα , ο γιος του ηνιόχου, που επίσης έπεσε στην μάχη, είναι ο ετεροθαλής αδελφός του. Για να εξιλεωθεί για την αμαρτία που ακουσίως διέπραξε προσφέρει μία μεγάλη θυσία αλόγων. Στο τέλος ο Γιουντιστίρα αφήνει το βασίλειό του και πηγαίνει στους ουρανούς μαζί με τους αδελφούς του και την Ντραουπάτι.

Παρόλο που είναι πολύ σύντομη, η περίληψη αυτή δεν μπορεί παρά να δώσει τη εντύπωση ενός γνησίως ηρωικού μέλους. Όπως ακριβώς στην Ιλιάδα ο αγώνας για την Τροία απαγγέλλεται ως μία σειρά μονομαχιών ανάμεσα στους ηγέτες, έτσι επίσης συμβαίνει και στο Μαχάμπχάρατα. Φυσιολογικώς, τα τυπικώς ινδικά χαρακτηριστικά όπως η svayamvara ή το παιχνίδι των ζαριών και ειδικώς η απόσυρση εντός των δασών σε απομόνωση για πολλά χρόνια, πρέπει να τοποθετηθούν εντός των κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών που γεννήθηκε αυτή η ποίηση. Και πάλι όμως δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία πως τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε στην συζήτησή μας για την ευρωπαϊκή επική ποίηση είναι παρόντα και εδώ. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το υποκείμενο θέμα, αλλά και για τα στοιχεία του ύφους εν γένει.

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου