Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Η Ασπίδα του Αχιλλέως


Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Studies in Comparative Religion την άνοιξη του 1976

Του Gerard Casey

Η αντανάκλαση του αδημιουργήτου στο δημιουργηθέν, αναγκαστικά παρουσιάζει τον εαυτό της υπό διάφορες όψεις· ακόμη και υπό μία απροσδιόριστη ποικιλία όψεων, κάθε μία από τις οποίες έχει κάτι το συνολικό και το πλήρες, έτσι ώστε να υπάρχει μία πολλαπλότητα θεάσεων του κόσμου που κάθε μία είναι εξίσου πιθανή και γνήσια, εφόσον όλες τους πηγάζουν από τις καθολικές και αμετάβλητες αρχές.

Titus Burkhardt

Σε κάθε ασπίδα υπάρχει μία άλλη πλευρά, κρυμμένη.

A.N. Whitehead

Στην Ησιόδεια αφήγηση των κοσμικών εποχών, που έχει διασωθεί στο αρχαίο κείμενο το οποίο είναι γνωστό σε εμάς ως «Έργα και Ημέραι», ο ποιητής περιγράφει εν συντομία την εποχή των ηρώων. Μας λέει ότι οι ήρωες ήταν «κατά πολύ ευγενέστεροι» από τους άμεσους προκατόχους τους, και ότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο αντέστρεψαν για ένα διάστημα, την κατωφερή πορεία της ιστορίας προς τον εκφυλισμό τον οποίον περιέγραφε. Οι ήρωες αντικατόπτριζαν στις φύσεις τους κάτι από την δομική ολότητα των ανθρώπων στην Χρυσή Εποχή. Ήταν σαν ο ποταμός του χρόνου να είχε κυλήσει για μία στιγμή πίσω στον εαυτό του, με σύντομες δίνες, παγιδευμένος στις αναμνήσεις της πηγής του. Και αυτή η πράξη αναμνήσεως δημιούργησε, όπως κάνουν όλες αυτές οι πράξεις, ευτυχέστερα πεπρωμένα για πολλούς ανθρώπους, σε σχέση με την κοινή μοίρα αυτών που είχαν γεννηθεί στην εποχή που είχε μόλις παρέλθει. Διότι αυτοί οι άνθρωποι του χαλκού, άνθρωποι αχόρταγοι για πόλεμο και βία είχαν αλληλοκαταστραφεί και βυθιστεί στον Άδη – «…ανώνυμοι κι ο θάνατος, κι ας ήταν τρομαχτικοί, τους πήρε ο μαύρος, κι άφησαν το λαμπρό το φως του ήλιου…» Τότε: « …ο γιος του Κρόνου έκανε, πιο δίκαιο και πιο ευγενικό, των ανθρώπων ηρώων το θείο γένος, που ονομάζονται ημίθεοι, την προηγούμενή μας γενιά πάνω στην άπειρη γη. Κι αυτούς ο κακός ο πόλεμος και οι σκληρές συγκρούσεις, άλλους κάτω από την εφτάπυλη Θήβα, τη γη του Κάδμου, αφάνισε να πολεμάνε για τα κοπάδια του Οιδίποδα κι άλλους στα καράβια πάνω απ’ τον μεγάλο κόλπο της θάλασσας στην Τροία πηγαίνοντάς τους για την ομορφόμαλλη Ελένη. [Εκεί άλλους του θανάτου το τέλος σκέπασε και σ’ άλλους] Χωριστά απ’ τους ανθρώπους βιος και τόπους δίνοντας ο Δίας ο γιος του Κρόνου τους έβαλε ο πατέρας να κατοικούν στα πέρατα της γης. Κι αυτοί κατοικούν έχοντας ανέγνοιαστη ψυχή (θυμόν) στα νησιά των μακαρίων κοντά στο βαθύδινο Ωκεανό, ευτυχισμένοι ήρωες… και ο Κρόνος τους κυβερνάει*».

Οι ήρωες ήταν άνδρες, γεννημένοι σε έναν κόσμο διαλυμένο από την βία της Εποχής του Χαλκού και αναγκαστικά ήταν πολεμιστές, πολεμιστές όμως που δεν λησμονούσαν ποτέ τους θεούς οι οποίοι είναι παντοτινοί. Ήταν άνδρες που «ύψωναν τα χέρια τους προς του απέραντους ουρανούς προσευχόμενοι» και προσεύχονταν «ώστε ο πόλεμος και η σύγκρουση να παύσουν ανάμεσα στους ανθρώπους». Ήταν κατά κύριο λόγο άνδρες απλοί, παθιασμένοι, απερίσκεπτοι. Οι αρετές τους ήταν οι αρετές των πολεμιστών – φιλαλήθεια και θάρρος. Η κοσμοθέασή τους ήταν αυτή του πολεμιστή: «Ο Θεός είναι μέρα-νύχτα, χειμώνας-καλοκαίρι, πόλεμος-ειρήνη, κόρος-λιμός…» « ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πάντων βασιλιάς. Κι άλλους τους αναδεικνύει θεούς κι άλλους ανθρώπους, άλλους τους κάνει δούλους κι άλλους ελεύθερους…» «το όνομα του τόξου είναι βίος αλλά το έργο του θάνατος…» αυτά είναι τα λόγια του Ηρακλείτου, του φιλοσόφου που είδε βαθύτερα στην καρδιά του ήρωος. Θα έχουμε στην συνέχεια την ευκαιρία, να ανακαλέσουμε στην μνήμη μας περισσότερο από μία φορά τα κατακερματισμένα ρητά του Ηρακλείτου που έχουν φτάσει ως εμάς.

Σε αυτόν τον κόσμο του πολέμου και της ειρήνης, ανάμεσα στο ζήτημα της δουλείας και της ελευθερίας, ο χαρακτήρας ενός ανδρός είναι η μοίρα του. Ο ήρωας, είναι ο άνθρωπος που επεξεργάζεται το πεπρωμένο του, επικεντρώνοντας εν αληθεία και θάρρος, στο πύρινο στοιχείο μέσα στην ίδια του την ψυχή: διότι αυτό το πύρινο στοιχείο στην ψυχή του, είναι αντανάκλαση του θεϊκού δημιουργικού πυρός, το οποίο καθιστά του κόσμους υπαρκτούς. Στην μάχη το σώμα του ήρωος προστατεύεται από την ασπίδα, και η ψυχή του από αυτό που συμβολίζει η ασπίδα – την ολότητα της κοσμοθεάσεώς του. Επιζητώντας να μοιραστούμε ως έναν βαθμό αυτήν την θέαση, μπορούμε να προσφύγουμε στην περιγραφή που δίνεται στον Όμηρο, προς το τέλος της ραψωδίας Σ της Ιλιάδος, περί της σφυρηλατήσεως της ασπίδος του Αχιλλέως.

Η ασπίδα σφυρηλατείται από τα στοιχειώδη μέταλλα – χρυσός, άργυρος, χαλκός, κασσίτερος – από τον θεϊκό τεχνίτη Ήφαιστο, τον θεό της φωτιάς. Έτσι ο κόσμος σφυρηλατείται από το αείζωο θεϊκό πυρ, το οποίο αιωνίως διαφοροποιεί τον εαυτό του στα πολλά, και την ατελείωτη επιστροφική κίνηση των πολλών στον εαυτό του. Αυτή η κοσμική διαδικασία επιστροφής εκ των συγκρούσεων των πολλών, και της παλινορθώσεως που απαιτείται από την Δικαιοσύνη, της ισορροπίας στην πηγή, είναι πόλεμος του οποίου η απόρροια είναι ειρήνη. Το αείζωο πυρ έχοντας ως κέντρο αυτό καθεαυτό πέραν όλων των κόσμων, βρίσκεται στην καρδιά όλων των κόσμων, από αυτό ρέει κάθε κίνηση, κάθε ζωή, κάθε γνώση. Είναι το Αιώνιο: «αυτό το οποίο δεν δύει ποτέ», αυτό το οποίο στο τέλος κάθε κοσμικής εποχής καταστρέφει το παλιό και φλογίζει το νέο. Μπορεί αληθινά να αποκληθεί με άλλα ονόματα όπως Ζευς, δικαιοσύνη, σοφία, λόγος. Είναι ταυτοχρόνως πρόθυμο και απρόθυμο να αποκληθεί έτσι. Πρόθυμο, διότι τέτοια ονόματα αντανακλούν ποιότητες της φύσεώς του, απρόθυμο, διότι κατ’ ουσίαν κείτεται πέρα από κάθε τέτοια ποιότητα. Το θεϊκό αυτό πυρ καθιστά υπαρκτό τον δομημένο κόσμο.

Ο Ομηρικός πολεμιστής φαντάζεται τον κόσμο ως σφαίρα. Κατά μήκος του οριζοντίου διαμετρικού πεδίου, εκτείνεται ο επίπεδος δίσκος της γης, περικυκλωμένος από τα αχανή ρεύματα του Ωκεανού – αιωνίως ρέοντος πίσω στον εαυτό του. Η γη καλύπτεται από τον αντεστραμμένο θόλο του υπερκόσμου – έναν χάλκινο[1] θόλο, κατά μήκος του οποίου κινούνται ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, από την έγερσή τους από τον Ωκεανό στα ανατολικά, ως το βασίλεμά τους στον Ωκεανό στα δυτικά. Η γη στηρίζεται στον υπό-κόσμο του Ερέβους και του Άδη, με τις βαθύτερες ρίζες της στους κόλπους του Ταρτάρου. Κάπου στο ανώτερο ημισφαίριο του υπερκόσμου, λάμπει το τριπλό φως του Εμπύρου**· τα χάλκινα τείχη του Ταρτάρου περικλείονται από τριπλά σκοτεινά στρώματα νυχτός. Η κοσμική σφαίρα στηρίζεται σε έναν εξωτερικό τροχό σκότους και φωτός, ο οποίος με τις περιστροφές του αντικατοπτρίζει τους κύκλους της γενέσσεως και του θανάτου σε όλα τα επίπεδα της υπάρξεως, από τον κόσμο τον ίδιο μέχρι κάθε τι που γεννιέται μέσα σε αυτόν. «Διότι η ίδια αιτία που μας φέρνει το φως του ήλιου μας φέρνει και το σκότος του Άδη». Εντός του κύκλου της γης, οι ατομικές ψυχές κινούνται κατά τον θάνατο προς τα ρεύματα του Ωκεανού, όπου έλκονται προς τον υπό-κόσμο, ώστε να αναδυθούν σε νέες καταστάσεις μέσα στον κύκλο της γης*** – ή μετά από προσωρινή διαμονή στις Νήσους των Μακάρων, μπορεί να προσελκυστούν επάνω, προς τον υπέρκοσμο και στην συνέχεια στον Έμπυρο· δηλαδή, σε μία κατάσταση υπάρξεως πέρα από τους κύκλους του κόσμου.

Αυτά τα ταξίδια της ψυχής καθορίζονται από την φύση της, ως αντανακλάσεως του θεϊκού πυρός. «Της ψυχής τα πέρατα όσο και να βαδίσεις, δεν μπορείς να τα βρεις, ακόμα κι αν ακολουθήσεις όλους τους δρόμους. Τόσο βαθύ νόημα έχει…». Έτσι ο ήρωας ζει και πεθαίνει, επιζητώντας να διατηρήσει το ψυχικό του πυρ άσβεστο, να επιστρέψει με τον θάνατο πέρα από τους κύκλους των κοσμικών πυρών, στο αείζωο θεϊκό πυρ: την μία πηγή και τέλος των πάντων. Ο βίος του επιζητεί να είναι μία συνεχής πράξη αναμνήσεως αυτής της πηγής: μία αφύπνιση από τον ύπνο της λήθης, από τον θάνατο της υπέρτατης λήθης. Και το ξεψύχισμά του, ως επιστροφή στην πηγή, συμβολίζεται με την νεκρική τελετουργία της θυσίας του με φωτιά.

Κάπως έτσι είναι το όραμα του κόσμου που χρησίμευε ώστε να προστατεύει και να προασπίζει την ψυχή του Ομηρικού ήρωος, και να την διατηρήσει μέσα στην αιώνια ζωή. Και η Ασπίδα του Αχιλλέως είναι το σύμβολό του, εξαιτίας και αυτού που τονίζει και αυτού που παραλείπει[2]. Η σφυρηλατημένη ασπίδα δεν περιέχει στην δομή της καθόλου μαύρο σίδηρο, διότι η ψυχή του Αχιλλέως, δεν προορίζεται να αντιμετωπίσει το θανάσιμο βάρος της εποχής που θα έλθει. Η ασπίδα του είναι φτιαγμένη από χρυσό και άργυρο, από χαλκό και κασσίτερο, διότι πρέπει να συγκρατεί μέσα της, δομημένες σε προστατευτικό σχήμα, όλες τις ως και την εποχή στην οποία ο ίδιος ζει, εγγενείς στην κοσμική διαδικασία μεταλλικές επιρροές. Παραλείπεται επίσης από την ασπίδα, οποιαδήποτε αναπαράσταση του υποκόσμου· η προσοχή του ήρωος κατευθύνεται και επικεντρώνεται στην γη, όπου πρόκειται να διαρρυθμίσει το πεπρωμένο του, και στον υπέρκοσμο προς τον οποίο κατευθύνονται οι φιλοδοξίες του.






Και ποιες όψεις του κόσμου απεικονίζονται στην ασπίδα για την αποδοχή, την τέρψη και την προστασία του πολεμιστού; Η πλατιά γη η ίδια και πάνω από την γη οι περιστροφικές κινήσεις του ακάματου ήλιου, του γεμάτου φεγγαριού και οι αστερισμοί κατά μήκος του ουρανού. Και κάτω από αυτές τις υψηλές παρουσίες, οι πόλεις των ανθρώπων, όπου υπάρχουν γάμοι και πυρφόρες πανδαισίες και χορός και τραγούδι. Και τα χωράφια των ανθρώπων, όπου υπάρχει το όργωμα, η σπορά και ο θερισμός, οι αμπελώνες και το γλυκό σαν μέλι κρασί και το τέλος του καλοκαιριού πριν το πλησίασμα του χειμώνα, με την ηχούσα λύρα και τις εκλεπτυσμένες φωνές αγοριών, που τραγουδούν το τραγούδι του Λίνου. Οι τρόποι της ειρήνης.

Αλλά και τα μονοπάτια του πολέμου επίσης· άνδρες και σκυλιά, τοποθετημένοι σε έναν απειλητικό κύκλο γύρω από λιοντάρια, τα οποία καταβροχθίζουν έναν ταύρο· νεαροί, θύματα ενέδρας, σφαγιαζόμενοι καθώς παίζουν τους αυλούς τους ανάμεσα στα κοπάδια τους, στα περάσματα ορμητικών ποταμών. Γυναίκες και παιδιά και ηλικιωμένοι στα τείχη απειλούμενων πόλεων.

Και οι προστασίες του νόμου – επίλυση της διαφωνίας ειρηνικά. Ο λαός συγκεντρωμένος για να παρακολουθήσει ένα ζήτημα ανθρωποκτονίας και τον τρόπο συμβιβασμού – ηλικιωμένοι άνδρες, καθήμενοι σε λαξευμένους λίθους σε έναν κύκλο που απεικονίζει τους κύκλους του κόσμου και εγειρόμενοι ώστε να μιλήσουν με την σειρά – οι ράβδοι στα χέρια τους ανακαλούν στην μνήμη όσων είναι παρόντες, τον Ερμή, τον αγγελιοφόρο του Διός – καθώς επιζητούν δίκαιη κρίση.

Για όλα αυτά, τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων, την ασπίδα που σφυρηλατείται από τον Ήφαιστο για τον Αχιλλέα, επιτάσσεται μία συγκεκριμένη χαρούμενη αποδοχή – μία αποδοχή της φυσικής τάξεως των πραγμάτων υπό τον ουρανό, μίας τάξεως που ανακύπτει από τον συντονισμό αντιθέτων τάσεων, όπως του τόξου και της λύρας.

Και γύρω από την γη – «γύρω από το ακραίο χείλος της καλοσφυρηλατημένης ασπίδας» - ρέει ο αιωνίως κυκλοτερής θεϊκός ποταμός Ωκεανός. Ρέει από την πηγή του, στο σημείο ανατολής του ήλιου: ύδωρ - κατά τον ορισμό του Θαλή[3]- εκ του αειζώου πυρός. Ωκεανός, ο δημιουργός κάθε γενομένου, ο εμπνευστής κάθε καταστροφής, τα ζωογόνα ύδατα κάθε πιθανότητος που ρέουν στο λυκόφως, όπου το κατωφερώς καθρεπτιζόμενο φως του υπερκόσμου συναντά την ανωφερή σκιά και το σκοτάδι του υποκόσμου. Ωκεανός: το απύθμενα παράξενο ποτάμι, στου οποίου τα νερά δεν μπορούμε να μπούμε δύο φορές, διότι νέα νερά ρέουν επάνω μας, στου οποίου τα νερά είμαστε και δεν είμαστε· νερά τα οποία ρέουν σε αυτόν τον κύκλο, εντός του οποίου κάθε σημείο της περιφέρειας είναι ταυτοχρόνως τέλος και αρχή, λήθη και αναγέννηση.

Τέτοια ήταν η Ασπίδα την οποία σφυρηλάτησε και έθεσε στα πόδια της Θέτιδος, της μητέρας του Αχιλλέως, ο Ήφαιστος. « Και ως γερακίνα αυτή από τον Όλυμπο πηδάει τον χιονισμένο» φέρνοντάς την στον γιο της. Τον βρίσκει να θρηνεί δίπλα στο σώμα του Πατρόκλου. Οι μαύρες φωτιές του Τάρταρου που καίνε στην ψυχή του Αχιλλέως, έχουν επισύρει τιμωρία. Έχει αμαρτήσει απέναντι στη δικαιοσύνη, απέναντι στο θεϊκό πυρ μέσα στην ίδια του την ψυχή. Έχει προσευχηθεί, ώστε οι σύντροφοί να γνωρίσουν την ήττα στην μάχη. Έχει φέρει πικρή θλίψη στον εαυτό του και στον λαό του. Τώρα είναι ανυπεράσπιστος στην ψυχή και στο σώμα. Έχει χάσει τον οπλισμό του από τον Έκτορα, τον οπλισμό τον οποίο οι Θεοί έδωσαν στον πατέρα του· και ο Πάτροκλος είναι νεκρός.

Κάθε άνθρωπος, σε κάθε εποχή – είτε είναι του χρυσού ή του αργύρου, του χαλκού ή του σιδήρου – φέρει εντός του τις δυνατότητες όλων των εποχών. Κάθε άνθρωπος μπορεί σε κάθε στιγμή, να στρέψει τα μάτια του πίσω στην πηγή. Οι αρετές του ήρωος – φιλαλήθεια και θάρρος – επιφέρουν δημιουργικούς και λυτρωτικούς μετασχηματισμούς σε κάθε κατάσταση, σε κάθε πόλεμο, εσωτερικό και εξωτερικό, ορατό και αόρατο. Κατά την κατάπτωσή του ο Αχιλλέας προσεύχεται«ο πόλεμος και η σύγκρουση να παύσουν». Επιθυμεί να επιστρέψει στην πηγή, αλλά κατά την επιστροφή πρέπει να ακολουθήσει το μονοπάτι του πεπρωμένου του. Η πυρά του μπορεί να αναζωπυρωθεί μόνον από τις νεκρικές πυρές του Πατρόκλου και του Έκτορος. Διότι ο Αχιλλέας προορίζεται να πεθάνει στην μάχη, αμέσως μόλις έχει φονεύσει τον Έκτορα· ακριβώς όπως ο Έκτορας έχει επιφέρει τον θάνατό του στα χέρια του Αχιλλέως με τον φόνο του Πατρόκλου. Έτσι τώρα για τον Αχιλλέα, η αποδοχή της Ασπίδος περιλαμβάνει την αποδοχή του ίδιου του θανάτου στο κοντινό μέλλον, πολεμώντας στην Σκαιά Πύλη. Η Ασπίδα θα τον προστατεύσει ως τον πεπρωμένο θάνατό του, ο οποίος όμως είναι δική του επιλογή. Επιλέγει τον φλογερό θάνατο του πολεμιστού, αντί να ζήσει ως τα γεράματα – διότι «Αυτοί που πεθαίνουν για υψηλότερους σκοπούς ανταμείβονται με υψηλότερες αμοιβές» σε έναν κόσμο όπου κάθε κίνηση, είναι η κίνηση του ενός αειζώου πυρός, μέσω όλων των μεταμορφώσεών του που θνήσκουν αναγεννόμενες – όπου η ζωή δεν διασπάται από τον θάνατο, αλλά ανανεώνεται αιωνίως. Έτσι ο Αχιλλέας, η θλίψη των ανθρώπων, αποδέχεται την Ασπίδα και κινείται στα μονοπάτια της επιστροφής.

«Τα μονοπάτια της επιστροφής». Και με την επιστροφή, η συμπόνια θα κυλήσει ξανά στην ψυχή του Αχιλλέως. Με την παρουσία του Πριάμου, καθώς ο γέρος άνδρας απλώνει τα χέρια του ικετευτικά προς τον άνθρωπο που έχει σκοτώσει τους γιους του, εισέρχεται στην καρδιά του Αχιλλέως η ανάγκη για θρήνο – και σηκώνει τον γέρο με τα χέρια του και θρηνεί και του λέει: «Άμοιρε εσύ και που ποτίστηκες πικρά φαρμάκια τόσα! Μονάχος να 'ρθεις πώς το βάσταξες στ᾿ Αργίτικα καράβια, τον άντρα ν᾿ αντικρίσεις, που άμετρους και ψυχωμένους γιους σου χάλασα… Και συ πιο πριν, ακούμε, γέροντα, χαιράμενος περνούσες… μιαν ώρα γύρω απ᾿ το κάστρο δε σου απόλειψαν οι σκοτωμοί κι οι μάχες».

Και στο τέλος της Ιλιάδος, βλέπουμε τον Αχιλλέα ακόμη μία φορά. Έχοντας επιστρέψει στον Πρίαμο τον νεκρό γιο του, υπόσχεται να συγκρατήσει την μάχη, μέχρι οι φλόγες να κατακάψουν το σώμα του Έκτορος. Τότε ως αποχαιρετισμό σφίγγει τον καρπό του δεξιού χεριού του γέροντα, ώστε - «καμιά στα σπλάχνα του μην έχει πια τρομάρα».

Μια τελευταία χειρονομία: αποδοχής, συμφιλιώσεως και τελικής αποκαταστάσεως.

Σε αυτήν την σύντομη μελέτη, επιχειρήθηκε να δοθεί μόνο το απλούστερο περίγραμμα του συμβολισμού και της ερμηνείας της Ασπίδος του Αχιλλέως. Οι αναγνώστες που επιθυμούν να αναζητήσουν περισσότερα επί του θέματος, στα πεδία της πρώιμης Ελληνικής κοσμολογίας και θρησκευτικού συμβολισμού, θα ανταμειφθούν με έναν πλούτο πληροφοριών περί των παραδοσιακών δογμάτων γενικότερα. Οι διάφορες απόψεις του Ησιόδου, του Ηρακλείτου, του Πυθαγόρος, του Παρμενίδου, του Εμπεδοκλέους και του Πλάτωνος – που αντανακλούν τις βαθύτερες όψεις της Παραδόσεως – μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ως εκφραστικές της καθολικότητος του οράματος, που έγκειται πέραν των ορίων οποιασδήποτε από αυτές.







Για τους σκοπούς αυτού του δοκιμίου, οι αναγνώστες μπορούν πιο συγκεκριμένα να ανατρέξουν στην ραψωδία Σ της Ιλιάδος, στίχοι 462-τέλος και στο Έργα και Ημέραι του Ησιόδου, στίχοι 109-201.

Επίσης, τα αποσπάσματα του Ηρακλείτου έχουν αξιοποιηθεί ελευθέρως.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



[1] Χαλκός: η τρίτη μετάλλαξη, καθώς οι κοσμικές εποχές εκτυλίσσονται, της Εμπύρειου φωτιάς μέσα στα περικλείοντα ημισφαίρια του κόσμου. Ο κόσμος, ως τέτοιος, δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από περιορισμένος και σχηματισμένος.

[2] Η Ασπίδα του Αχιλλέως μπορεί υπό αυτήν την άποψη να συγκριθεί με την Ησιοδική Ασπίδα του Ηρακλέους, στην οποία η μορφή του Φόβου στέκεται ατενίζουσα από το κέντρο· ένα καθρέφτισμα της Εποχής του Χαλκού στο απόγειο της σκληρότητος και της βίας της. Στην Ιλιάδα ο ερχομός της Σιδηράς Εποχής προοιωνίζεται από την σιδερένια αιχμή του βέλους του Πανδάρου, που εκτοξεύεται κατά παράβαση ενός ιερού όρκου (Ιλιάδα, ραψωδία Δ, στίχος 103). Αυτή είναι η μόνη περίσταση όπου ο Όμηρος περιγράφει ένα βέλος ή μία αιχμή δόρατος ως «κατασκευασμένη από σίδηρο»

[3] Ύδατα κατά τον Θαλή: τα «χαοτικά» ύδατα, που κυλούν από το κενό που διαχωρίζει τον υπέρκοσμο από τον υπόκοσμο, από το οποίο ανακύπτει η κρυσταλλοποίηση του γεμάτου νησιά Δίσκου της Γης.

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος

Σημειώσεις του Ιστολογίου

* Η φράση για την βασιλεία του Κρόνου δεν αναφέρεται κανονικά σε αυτό το σημείο. Ο Κρόνος βασίλευσε, σύμφωνα με προηγούμενο σημείο της Ησιόδειου αφηγήσεως (στίχος 111), αλλά και σύμφωνα με την ρωμαϊκή παράδοση, κατά την Χρυσή εποχή· αυτό όμως δεν αλλάζει το νόημα, καθόσον η δράση του γένους των Ηρώων αντιπροσώπευε μία προσπάθεια για την επάνοδο στην Χρυσή Εποχή.

** Έμπυρος (στα Μεσαιωνικά Λατινικά Empyreus), και πιο συγκεκριμένα Έμπυρος Ουρανός είναι το υψηλότερο σημείο του ουρανού, το οποίο σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις καταλαμβάνεται από το στοιχείο της φωτιάς, ή τον αιθέρα κατά την Αριστοτέλεια φιλοσοφία. Στην Θεία Κωμωδία του Δάντη είναι το μέρος όπου κατοικεί ο Θεός, πηγή του φωτός και της δημιουργίας.

*** Εννοεί τον Δίσκο της Γης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου