Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του

Πολλάκις συμπτώσεις απλούσταται αποδίδονται παρά του λαού εις υπερφυσικάς αιτίας। Ο θάνατος μάλιστα τών εξόχων πολεμιστών συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε υπό παραδόξου τινός των συμβάντος. Τα υπηρετούντα αυτούς κτήνη ως επί το πολύ θνήσκουσιν ολίγον μετ’ αυτούς, αποποιούμενα την τροφήν και ποθούντα τον κύριόν των. Ο ίππος του Καστριώτου δεν ηθέλησε να δεχθή ουδένα ποτέ άλλον επί των νώτων του, μέχρις ού ετελεύτησε.
Οι κλέφται, εζωσμένοι τα όπλα ημέραν και νύκτα και ουδέποτε παραιτούντες αυτά, φυσικόν ήτο ν’αγαπώσι ταύτα μέχρι λατρείας. Δεν είναι σπάνιον ν’ απαντήση τις εις την δημοτικήν αυτών ιστορίαν ανήκουστα κατορθώματα, ενίοτε δε και τρομερά κακουργήματα προς κατάκτησιν ή ανάκτησιν όπλου γνωστού και περιφήμου τινός.Ο έρως αυτών εμεγαλύνετο τόσον, ώστε εβάπτιζον αυτά ως ίδιά των τέκνα.Εφήρμοζον δ’ επ’αυτών η εφεύρισκον ονόματα πάντη περίεργα.
«Έχω εις χείρας μου γιαταγάνιον, επονομαζόμενον Βρυκόλακα», «Γνωρίζω σπάθην, καλουμένη Μαυρούχον». Ο δε περίφημος Χρήστος Μιλλιόνης έδωκε τ’ όνομά του εις το τρομερόν του όπλον, όθεν και μιλλιόνια είδος πυροβόλων, εχόντων την μορφήν και την αξίαν εκείνου.
Τίς δεν εγνώριζε το όπλον του Παλαιοπούλου επί Αλή Πασά, αλάνθαστον βροντοφώνον; Ενόμιζον αυτά τα έμψυχα και συνδιαλέγοντα προς εκείνα. Τα εκόσμουν ως ερωμένας των και θνήσκοντες ήθελον αυτά πλησίον εντός του τάφου.
Είναι ωραία η λατρεία αύτη ενός πολεμιστού!

Εγέρασα, μωρέ παιδιά· πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ’ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ή καρδιά μου.
Βρύσι το αίμα τώχυσα, σταλαματιά δεν μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ τον λόγγο
νά’ναι χλωρό και δροσερό, νά’ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεββάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιός ξέρει απ’ τό μνήμα μου τί δέντρο θα φυτρώση!
Κι αν ξεφυτρώση πλάτανος στόν ίσκιο του από κάτω
θάρχωνται τά κλεφτόπουλα τ’άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τά νιώτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι ώμορφο και μαυροφορεμένο,
θάρχωνται τά κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν ταις λαβωματιαίς, τον Δήμο να σχωράνε.

Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κ’εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μή μέ κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ό θάνατος δίνει ζωή στήν νιότη.
Σταθήτ’εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’εδώ σιμά μου,
τα μάτια μου να κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι έν’από σας, το νιώτερο, άς ανεβή την ράχη,
ας πάρη το τουφέκι μου, τ’ άξιό μου καρυοφύλλι,
κι’ ας μου το ρίξη τρείς φοραίς και τρείς φοραίς να σκούξη
«ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξη ό βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, η βρύσαις θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήση, θα σβυστή, θα ρίξη τά φτερά του,
για να μη πάρη την βοή άθελα και την φέρη
και τήνε μάθη ο Όλυμπος και την ακούση ο Πίνδος
και λειώσουνε τά χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

Τρέχα παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στην ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στόν ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω την βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νάτανε ζαρκάδι,
ψηλά στήν ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει
«ο Γέρο-Δήμος πέθανε, ο Γέρο-Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τά λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην Τρίτη και την ύστερη, τ’ άξιο το καρυοφύλλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,
φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου τον γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.

Άκουσ’ ο Δήμος την βοή μέσ᾿ τον βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
Ο Γέρο-Δήμος πέθανε, ο Γέρο-Δήμος πάει.
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή, του φοβερού του Κλέφτη
με την βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβυώνται, πάνε.


Αρ. Βαλαωρίτης.

Επιμέλεια κειμένου : Ξατρίγια.