Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ludwig Fahrenkrog

Γερμανός ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας και καλλιτέχνης. Γεννήθηκε στο Rendsburg της Πρωσσίας το 1867. Ξεκίνησε την καρίερα του εικονογραφώντας εφημερίδες και καταλόγους κι εργαζόταν παράλληλα ως διακοσμητής ζωγράφος. Φοίτησε στην Βασιλική Ακαδημία Τέχνης του Βερολίνου, και κέρδισε 5 βραβεία συμπεριλαμβανομένου του κρατικού βραβείου τέχνης. Παντρεύτηκε την σύζυγό του Charlotte με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες και έναν γιο και μετακόμισε στην Βρέμη το 1898 καθώς διορίστηκε δάσκαλος στην Σχολή Τέχνης και Χειροτεχνίας όπου και εργάστηκε μέχρι το 1931. Το 1913 έγινε καθηγητής και το 1925 αναγορεύτηκε σε επίτιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου της Ντακότα.
Ανήκει στην κλασσική σχολή της τέχνης με βαθειές επιρροές από την Art Nouveau και τον Συμβολισμό· πίστευε πως η τέχνη πρέπει να υπηρετεί κάποιον σκοπό και ο δικός του ήταν η αναγέννηση της Γερμανικής θρησκείας και η απόρριψη του χριστιανισμού. Αποτέλεσε έναν από τους ιδρυτές του γερμανικού κινήματος της Παλαιάς Θρησκείας καθώς το όραμά του ήταν η δημιουργία μιας Γερμανικής θρησκευτικής Κοινότητος. Υπήρξε ενεργό μέλος πολλών θρησκευτικών ομάδων που προωθούσαν την παγανιστική θρησκεία, την παράδοση και τα άρια μυθολογικά αρχέτυπα. Επίσης, αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά των εκάστοτε θρησκευτικών οργανώσεων στις οποίες ανήκε και επιμελούνταν την εικονογράφησή τους.  
Τα θέματα των έργων του, τόσο των ζωγραφικών όσο και των θεατρικών, τα αντλεί από την Φύση, την νορδική μυθολογική παράδοση, την Edda και τους αρχαίους γερμανικούς θρύλους. 















Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Γέννηση και Θάνατος


"H γέννηση και ο θάνατος δεν μπορούν να θεωρηθούν διαφορετικά παρά ότι ανήκουν εξίσου στην ζωή και το καθένα χρησιμεύει σαν αντίρροπο
του άλλου αφού οι συνθήκες υπάρξεως του ενός απαιτούν οπωσδήποτε και την ύπαρξη του άλλου.
Η γέννηση και ο θάνατος δεν είναι παρά οι δύο άκρες, οι δύο πόλοι της κάθε ζωϊκής εκδήλωσης.

Η ινδική, μία από τις σοφότερες μυθολογίες, το διατυπώνει αυτό με ένα σύμβολο, καθώς στον Σίβα, το θεό του ολέθρου μαζί με περιδέραιο από νεκροκεφαλές του δίνει σαν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό το λίγγαμε(lingam), όργανο συμβολικό της γονιμότητος, μιας και ο έρωτας είναι το αντίβαρο του θανάτου.

Είναι το μόνο που έχει ουσιαστική σχέση με τον θάνατο, αφού και τα δύο μαζί αλληλοεξουδετερώνονται και αλληλοσβύνονται.

Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο σκέπτονταν και οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, γιατί στολίζανε τις πολύτιμες σαρκοφάγους, με ανάγλυφα, τα οποία μας δείχνουν γιορτές, χορούς, γαμήλιες πομπές, κυνήγια, αγώνες, διονυσιακά πανηγύρια, δηλαδή εικόνες από την εύθυμη πλευρά της ζωής, την πιο χαρούμενη, την πιο έντονη, που άρχιζε από γιορτές και κατέληγε μέχρις και σε ερωτικά συμπλέγματα σατύρων.

Στόχος τους ήτανε, δίχως αμφιβολία να καταπνίξουνε το πνεύμα του θανάτου όσο μπορούσαν πιο φανερά και να προκαλέσουν την αντίθεση του πεθαμένου ανθρώπου που τον μοιρολογούσαν με την αθάνατη ζωή που έχει η Μάνα Φύση.

Παρατηρήστε, τον χειμώνα, το ζωϊκό βασίλειο, π.χ. στον κόσμο των εντόμων, θα δούμε κάθε ένα να συγυρίζει την φωλιά του, για να κοιμηθεί τον βαρύ και χειμωνιάτικο ύπνο του, με τι αξιοζήλευτη τέχνη ετοιμάζει το καβούκι του για να περάσει τον χειμώνα σαν κουκούλι και μία μέρα την άνοιξη να αναγεννηθεί, με όλη την νιότη, την τελειότητα και στο τέλος όταν έρθει η ώρα του θανάτου, όταν ζητούν να βρουν την ανάπαυση τους,αφήνουν κάπου προσεκτικά τα αυγά τους, σε κάποιο κατάλληλο μέρος για να αναπτυχθούν και να αναγεννηθούν μία μέρα ξανανιωμένα μέσα σε ένα καινούριο ον.

Όλη αυτή η ιστορία δεν μοιάζει να είναι σαν μία μεγάλη διδασκαλία και υπόδειξη από τη φύση, για την αθανασία? Θέλει να μας δείξει με κάθε τρόπο ότι μεταξύ του ύπνου και του θανάτου δεν υπάρχει βασική διαφορά και αφού ο ύπνος δεν αποτελεί για την ανθρώπινη ύπαρξη κίνδυνο, έτσι θα αποτελεί και ο θάνατος. Οι προετοιμασίες που κάνει το έντομο για να φτιάξει την φωλιά του, την κυψέλη του, την τρύπα του ή ακόμα και την τροφή για την νύμφη που θα βγει στη ζωή την επόμενη άνοιξη, ενώ αυτό θα έχει πεθάνει ήσυχα, όταν πλέον θα τα έχει αποτελειώσει όλα, είναι απαράλλαχτα όμοιες με την επιμέλεια που δείχνει ο άνθρωπος κάθε βράδυ όταν βάζει τα φορέματα του στη ντουλάπα και ετοιμάζει το πρωϊνό του για την άλλη μέρα, πέφτοντας μετά να κοιμηθεί ήσυχος.

Αυτά όλα δεν θα ήταν δυνατό να συμβαίνουν αν το έντομο που θα πεθάνει χειμώνα, και που τότε βρίσκεται στην πραγματική του ουσία, δεν ήταν το ίδιο και το αυτό με εκείνο που θα βγει την άνοιξη. Έτσι και ο άνθρωπος που πέφτει να κοιμηθεί είναι ο ίδιος με κείνον που την άλλη μέρα το πρωϊ θα ξυπνήσει.

Βάσει όλων αυτών φαίνεται ότι όταν κάθε ζωϊκή ενέργεια πάρει τέλος, θα πρέπει να θεωρηθεί σαν ένα απολαυστικό ξαλάφρωμα της δύναμης που συντηρούσε τόσο καιρό την ενεργητικότητα αυτή και ίσως εξαιτίας αυτού του γεγονότος μπορεί να εξηγηθεί η γαλήνια έκφραση που απλώνεται στα πρόσωπα των περισσοτέρων νεκρών." 

 Αρθούρου Σοπενάουερ, "Άνθρωπος και Κοινωνία"

 Μετάφραση-Απόδοση:Πάτροκλος

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Ορφικός ύμνος Θανάτου




Θυμίαμα μάνναν 

Κλῦθί μευ, ὃς πάντων θνητῶν οἴηκα κρατύνεις 
πᾶσι διδοὺς χρόνον ἁγνόν , ὅσων πόρρωθ' ὑπάρχεις 
σὸς γὰρ ὕπνος ψυχῆς θραύει καὶ σώματος ὁλκόν, 
ἡνίκ' ἂν ἐκλύηις φύσεως κεκρατημένα δεσμὰ 
τὸν μακρὸν ζῴοισι φέρων αἰώνιον ὕπνον,
κοινὸς μὲν πάντων, ἄδικος δ' ἐνίοισιν ὑπάρχων, 
ἐν ταχυτῆτι βίου παύων νεοήλικας ἀκμάς 
ἐν σοὶ γὰρ μούνῳ πάντων τὸ κριθὲν τελεοῦται
οὔτε γὰρ εὐχαῖσιν πείθῃ μόνος οὔτε λιταῖσιν.
ἀλλά, μάκαρ, μακροῖσι χρόνοις ζωῆς σε πελάζειν
αἰτοῦμαι, θυσίαισι καὶ εὐχωλαῖς λιτανεύων,
ὡς ἂν ἔοι γέρας ἐσθλὸν ἐν ἀνθρώποισι τὸ γῆρας. 


Μετάφραση

Άκουσε με, συ που κρατείς όλων των ανθρώπων την ζωή, 
και που δίδεις χρόνο αγνό εις εκείνους, από τους οποίους ευρίσκεσαι μακράν. 
Διότι ο δικός σου ύπνος τσακίζει την ψυχή και σύρει το σώμα, 
διότι διαλύεις τα συγκρατημένα δεσμά του σώματος (τα δεσμά πού συγκρατούν το σώμα),
και φέρεις εις τους ζωντανούς τον μακρό αιώνιο ύπνο 
και είσαι μεν κοινός εις όλους, άλλ’ εις μερικούς δείχνεσαι άδικος,
όταν με ταχύτητα θέτεις τέρμα του βίου εις ανθρώπους ακμαίους και νέους κατά την ηλικία 
διότι από εσένα μόνον εκτελείται εκείνο πού απεφασίσθη περί όλων 
διότι μόνον εσύ δεν πείθεσαι ούτε από προσευχές ούτε από παρακλήσεις. 
Αλλά ώ μακάριε, σου ζητώ να προσέρχεσαι ύστερα από πολλά έτη ζωής, 
και σε παρακαλώ γι αυτό με θυσίες και με προσευχές 
ώστε το γήρας να είναι για τους ανθρώπους καλό βραβείο.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Περί πεδίων μαχών




Το «εγώ» δύναται να συνθλιβεί σε κάθε μία από τις εκφάνσεις του τριαδικού βασικού σχήματος. Εξαϋλώνεται από τις πυρφόρες ακτίνες που διατρέχουν τον ορίζοντα κατόπιν ενός «ανεγωικού» βιώματος ενός κατ’ ουσίαν δραστηρίου βίου. Η δυνατότητα επιτεύξεως μιας τέτοιας καταστάσεως δεν υπόκειται σε καμμία πολυπλοκότητα: τουναντίον, ανευρίσκεται πρωτίστως στην απλότητα, εντεταγμένη εντός ενός συστήματος με άξονες αναφοράς την ανιδιοτέλεια, την συνέπεια στον χρόνο, την αφοσίωση, την πειθαρχία, την θέληση και εν τέλει τον ηρωισμό. Η υπερκέρασις αυτή, διότι μονάχα έτσι δύναται να αποτυπωθεί σε βάθος χρόνου μιας και η σύνθλιψη αποτελεί φαινόμενο στιγμιαίο , αποτελεί αναγκαία μα και ικανή διαυγή κατάσταση – ακριβέστατη πυξίδα στο μονοπάτι της ζωής-πολέμου. Δεν αναμένουμε τύχη ή ατυχία, δεν νοείται η πολυτέλεια της επιλογής, δεν προσδοκούμε μήτε νοσταλγούμε. Μαίνεται μία μάχη, Εδώ και Τώρα, ήτοι αδιάκοπα. Δίχως κενά, δίχως διαλείμματα. 
Σε αυτή την μάχη οφείλουμε να διατηρήσουμε την Φλόγα δυνατή – με ένα εκ των δύο διανοητών τρόπων: Ο ένας θα ήταν να την μεταφέρουμε καλά προστατευμένη εντός υαλίνου περιβλήματος κρατώντας την στην απαραίτητη απόσταση ασφαλείας εκ του κορμού μας - τόσο ώστε αυτός να μη υπερθερμανθεί. Αυτή η διαδρομή απαιτεί ισχυρές προφυλακτικές ψευδαισθήσεις, συνήθως σκλήρές και εύθραυστες (υάλινες), συναφείς με την διαμόρφωση κελυφών και επιφανειακών κρουστών. Η άλλη λύση είναι να γίνουμε η Φλόγα. Να πυρποληθεί το εφήμερο χάριν μίας εν παρόντι χρόνω ζώσης πυράς. Μιας πυράς αληθούς και φυσικής άνευ τεχνητής καύσιμης ύλης, άνευ υαλοπροστατευτικών, άνευ «μεταφορέων». Αυτή η επιλογή ουδόλως αποτελεί συνήθη προτίμηση, εν τούτοις όμως συνοιστά θεμελιώδη κανόνα-αρχή ενσαρκώσεως της Ιδέας απτής, σε πραγματικό χρόνο και τόπο, καθ᾿ όσον αυτό ακριβώς είναι και το ζητούμενο. 

Η εδώ ύπαρξη μίας τέτοιας ζώσας φλόγας, ενός δηλαδή Έλληνος Εθνικοσοσιαλιστού, εντός μίας κοινωνίας που κατακρημνίζεται στα βάραθρα της παρακμής, σημαίνει βεβαίως έναν τιτάνιο Ιερό Πόλεμο του οποίου οι μάχες επ’ ουδενί δεν θα δοθούν σε ένα μόνο πεδίο ή από ένα μονάχα σκέλος του σχήματος. Ο αρμονικός συνδυασμός, ο οποίος συνεχώς μπορεί να αλλάζει σημείο ισορροπίας, του Ιερού , του Παραγωγικού και του Πολεμικού στοιχείου είναι αυτός ο οποίος επιτρέπει στην εκάστοτε μονάδα να μπορεί να υπάρξει σε οποιοδήποτε περιβάλλον, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και απέναντι σε οιονδήποτε εχθρό δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία πλήρης απομόνωση εκ των διασπάρτων πληθυσμιακών συγκεντρώσεων μήτε, φυσικά, πλήρης εντός τους ένταξη. 

Εξ ορισμού ο στρατιώτης με αυτήν καθ’ αυτήν την ιδιότητά του δεν επιλέγει σε ποια μάχη θα λάβει μέρος και σε ποια όχι. Εκτελεί μοναχά το καθήκον του, νοιώθοντας την Πίστη του να μετουσιώνεται σε Τιμή και αυτή με την σειρά της να φουσκώνει τα στήθη, να αστράφτει στο βλέμμα, να χαλυβδώνει την θέληση και να σχηματίζει ένα εκ βάθους ψυχής χαμόγελο το οποίον ηπίως και σοβαρώς αναβλύζει στο πρόσωπο. Και μόνον η συνειδητοποίηση του Καθήκοντος , το οποίο επίσης διαχέεται στο σχήμα, αποτελεί μίαν αρχική, πρωτευούσης σημασίας, υπέρβαση. 

Το μητροπολιτικό αστικό περιβάλλον αποτελεί σίγουρα μία θλιβερή πραγματικότητα, η οποία όμως δρα καταλυτικά στην διαμόρφωση του νέου τύπου αντι-ανθρώπινου «ανθρώπου». Εντός αυτού του εφιάλτου, αυτής της Βαβυλώνας, με σιγουριά του πλέον διεστραμμένου σημείου του Κόσμου, γεννήθηκε πληθώρα νέων αγωνιούντων και στρατευσίμων «υποψηφίων» φορέων. Αποτελούν τους νέους Πιστούς των οποίων το αρχικό πεδίο μάχης έχει επιλεγεί: Είναι το μέρος όπου θα βιώσουν την ανάγκη για την αναζήτηση, για το Φώς, θα θελήσουν να ξεκινήσουν να διαβαίνουν τον δρόμο προς τα εκεί και τέλος θα συμμετάσχουν και σε μία Κοινότητα πραγματώσεως του Σκοπού σε πλήρη αντιστοιχία με τα Τρία Πολύτιμα Πετράδια κατά την Αρία Βουδική Παράδοση, η οποία επιτάσσει η πορεία αυτή να λαμβάνει χώρα διά μέσου ενός Δασκάλου, επιβεβαιώνοντας κατ ‘ αυτόν τον τρόπο την ανάγκη μεσολαβήσεως μεταξύ Ουρανού και Γης - η οποία στην Δράση ανευρίσκεται στην Αρχή του Αρχηγού - διά την ορθή πορεία των στρατευμένων προς τα αληθή πεδία μαχών και μόνον . Η βούληση η οποία μορφοποιήθηκε κατόπιν διεγέρσεως εσωτερικών και καρμικών τάσεων κυρίως διά μέσου συμβόλων εκπηγάζει από μία αμόλυντη Φύση η οποία πάσχει να επιβιώσει , να κυριαρχήσει, να σχηματισθεί και να διαχυθεί σε ολόκληρο τον βίο. Ταυτοχρόνως το αστικό περιβάλλον με τους ρυθμούς του, την αισθητική, τους νόμους του αποτελεί όχι απλά τροχοπέδη , αλλά κτηνώδη βιαστή της αγνής αυτής φύσεως. Ιδίως δε επιδιώκεται η κατακερμάτιση της ψυχοσυνθέσεως , των ιδίων τάσεων και των υγιών στοιχείων ενός παιδιού, από την βρεφική ακόμη ηλικία. Εντός λοιπόν αυτού του περιβάλλοντος καλείται η φυλετική ψυχή να κερδίζει το δικό της έδαφος, τον Ζωτικό της Χώρο. Να διατηρεί και να εξυψώνει το Κάλλος έναντι της ασχήμιας, την Αρετή έναντι της βρωμιάς, τους Δεσμούς έναντι των μονάδων, το Αίμα έναντι του κέρδους, το Αιώνιο έναντι του εφημέρου.

Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως ο ζωτικός αυτός χώρος δύναται να ανευρεθεί εκτός πόλεων. Θα ήταν μία θέση η οποία όμως πόρρω αφίσταται από την οξυδερκή θέαση του ζητήματος. Διότι είναι τόσο ισχυρή η επίδραση των προτύπων που βλαστάνουν εκείθε, που ακόμη και στα πλέον απομονωμένα χωριά η ανάγκη μιμήσεως αυτών οδηγεί σε τραγελαφικές καταστάσεις εξευτελισμού, καταστροφής της φύσεως και καταρρακώσεως κάθε Παραδοσιακού – Λαϊκού Αληθινού στοιχείου. Με περίσσεια σφοδρότητα ο σύγχρονος άνθρωπος της υπαίθρου βιάζει κωμικοτραγικά και απορρίπτει κάθε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αγωνιώντας να γευθεί τον αστικό βίο, είτε εντός είτε εκτός άστεος. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο να απομακρύνουμε τον άνθρωπο από την πόλη, αλλά να απεκβάλουμε την μητρόπολη που έχει διεισδύσει εντός του. 

Εν τούτοις το πρόβλημα γίνεται βαθύτερο και καταστροφικώτερο όταν οι νόμοι που διέπουν την ζωή μιας αστικής, πλήρως κατ’ ουσίαν εξατομικευμένης, μονάδος – αβοηθήτου αθύρματος εντυπώσεων και επιφανειακών ανεξελέγκτων συναισθημάτων - διεισδύουν στις αρχές ενός στρατιώτη της Ιδέας μας, διαταράσσοντας την αρμονία του σχήματός του και οδηγώντας στην καλύτερη των περιπτώσεων στην προσήλωσή του σε μία μοναχά έκφρασή του. Τίποτα όμως στην φύση δεν παύει να υπάρχει μήτε να δρα. Η μονομερής αντίληψη οδηγεί στον εκφυλισμό των ἀλλων δύο , οι οποίες με την σειρά τους με μαθηματική ακρίβεια θα κατασβήσουν κάθε ίχνος πυράς, όχι διά του «ύδατος», οπότε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό το καρκίνωμα και να υπάρξει σύγκρουση, αλλά διά της ύπουλης και πανούργας τεχνικής της αποστερήσεως οξυγόνου… 

Η αποστέρησις αυτή οξυγόνου ώστε να μη υπάρχει καμμία δυνατότης πυράς, αποτελεί πέραν από παγίδα διά τους υπάρχοντες αγωνιστές και βασική τακτική πολεμικής εκ μέρους των εχθρικών μας στοιχείων ώστε να μη υπάρξουν συνεχισταί. Να μη υπάρξει μια Νέα Γενιά, να μη υπάρξουν Πιστοί. Αυτό το οξυγόνο, τον ζωτικό μας δηλαδή χώρο, οφείλουμε να κερδίσουμε ακόμη και σε αυτές τις πόλεις του χάους και του μηδενισμού. Διότι αφ’ ότου έχει γίνει αντιληπτό πως πλέον όπου υφίσταται σύνολο ανθρώπων κυριαρχεί η αστική αντίληψη, μαθαίνοντας να υπάρχουμε στο λίκνο αυτής της νέας πραγματικότητος, μπορούμε να υπάρξουμε παντού. Αν καταφέρουμε να αντέξουμε και να δημιουργήσουμε εκεί, αν η θέλησή μας επικρατήσει διά μέσου τρομακτικών αντιξοοτήτων, αν μείνουμε όρθιοι στα ερείπια του κόσμου τους, τότε δίνουμε ένα στίγμα Νίκης. Δεικνύουμε έναν δρόμο υπαρκτό και αληθινό, μιας και αν η αλήθεια ενυπάρχει παντού, τότε δύναται και να νικήσει παντού. Δεικνύουμε τους Εθνικοσοσιαλιστές που ορθώνουν το ανάστημά τους στις χείριστες για αυτούς περιβαλλοντικές συνθήκες, την Φλόγα που μένει ζωντανή στα σκοτάδια των μαζανθρώπων, τους Ευγενικούς ακούραστους εργάτες των κοινοτήτων τους , τους Ατάραχους Ασκητές. Αυτούς που συνειδητά φλέγονται καθώς αντικρύζουν τον Ήλιο από το κελί του βίου τους. Αυτούς που αναζητούν το αιώνιο παρόν και επιθυμούν στην τέφρα τους να ανευρεθούν μονάχα το Παράδειγμα και το πρότυπο του Έργου για αυτούς που έπονται. Αυτά τα υγιή φύλλα που όταν αποσυντεθούν θα αποτελέσουν λίπασμα και όχι δηλητήριο για το δένδρο της ράτσας…

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Τα αρχέτυπα της Γυναίκας στον αρχαίο ελληνικό μύθο (B' Μέρος)

Μελετώντας το θέμα της γυναικείας προσφοράς, ο σύγχρονος παρατηρητής θα περίμενε να βρει το αρχέτυπο της μητέρας, όμως, ο αρχαίος μύθος δεν φαίνεται να ασχολείται ιδιαίτερα μαζί του. Η σχέση της μάνας με το παιδί της όχι μόνο δεν εξαίρεται αλλά συχνά αποδεικνύεται λιγότερο σημαντική από άλλους δεσμούς συγγένειας. Η Αλθαία, όταν συγκρούεται ο γιος της Μελέαγρος με τον αδερφό της, προτιμά να καταστρέψει τον πρώτο για να σώσει τον δεύτερο, επιλογή που εκφράζει βέβαια την ιεράρχηση της συγγένειας στα πλαίσια της αρχαιοελληνικής αντίληψης. Ενώ υπάρχουν και ηρωίδες, όπως η Μήδεια του Ευριπίδη, που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους για να τιμωρήσουν τα ανομήματα των αντρών τους. Η στάση αυτή, που φαίνεται αφύσικη, ερμηνεύεται στα πλαίσια της πατριαρχικής αντίληψης που θέλει το παιδί να ανήκει απόλυτα στον πατέρα και υποβαθμίζει καίρια την σχέση με την μάνα.
[..]
Η δύναμη, κατ’ εξοχήν, συστατικό στοιχεία της εξουσίας σε μια κοινωνία πατριαρχική είναι βέβαια χώρος εξ ορισμού απαγορευμένος για τις γυναίκες. Ωστόσο ο μύθος, που καταγράφει όχι μόνον τις επιθυμίες αλλά και τους φόβους της ομάδας, γνωρίζει γυναίκες που στάθηκαν πιο δυνατές από τους άντρες. Οι ηρωίδες αυτές, κατάλοιπα κάποτε μιας παλιότερης τάξης πραγμάτων, είναι τρομερές και άκρως επικίνδυνες, μορφές αρνητικές και σκοτεινές, που απειλούν μόνιμα να ανατρέψουν την τάξη του κόσμου σε όποιο επίπεδο κι αν κινούνται.
Αταλάντη
Η λιγότερο ίσως απεχθής από όλες είναι η Αταλάντη, η νεαρή αθλήτρια-κυνηγός που μέσα από την σφαίρα της Αρτέμιδος διεισδύει στον χώρου του κυνηγιού και του αθλητισμού, χώρο απαγορευμένο για το φύλο της, και μάλιστα καταφέρνει να ξεπεράσει τους αρσενικούς συντρόφους της με τρόπο που δημιουργεί δυσαρμονία και ανασφάλεια, ώσπου με την σειρά της να δαμαστεί και αυτή ερωτικά από έναν άντρα.




Cletemnestra after the murder - J.Collier
Πολύ πιο επικίνδυνη είναι η φοβερή βασίλισσα, η Κλυταιμνήστρα, η οχιά που καραδοκεί κουλουριασμένη στην σπιτική εστία, η τυπική ενσάρκωση της κακιάς γυναίκας, που όχι μόνο τόλμησε ν’ αποκτήσει εραστή, αλλά έφτασε να σκοτώσει με δόλο τον βασιλιά και άντρα της για να πάρει στα χέρια της την εξουσία, ξεπερνώντας έτσι κάθε όριο και ανατρέποντας κάθε αποδεκτή έννοια νόμου και τάξης. Μια από τις πιο παλιές μορφές του μύθου, μια γυναίκα που ποτέ δεν ήταν θεά, η Κλυταιμνήστρα μοιάζει να ανακαλεί φαντάσματα και εφιάλτες μιας άλλης εποχής που η πατριαρχική Ελλάδα προσπαθούσε μάταια να λησμονήσει. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που βάζει στο στόμα της ο Αισχύλος: «Με δοκιμάζετε σαν να ήμουν γυναίκα άμυαλη, όμως χωρίς φόβο στην καρδιά εγώ το λέω σε σας παρόλο που το ξέρετε και μου είναι αδιάφορο, αν θέλεις να με επαινέσεις ή να με κατακρίνεις. Αυτός εδώ είναι ο Αγαμέμνονας, ο άντρας μου, που βρήκε τον θάνατο από τούτο το δεξί μου χέρι, έργο τεχνίτρας δίκαιης». Για την Κλυταιμνήστρα η τιμωρία θα είναι φριχτή και χωρίς έλεος, γιατί ο μύθος, πέρα από όλα τα άλλα, έχει στόχο την διδαχή.
Amazons - J. H. W. Tischbein
Τερατικές και αποτρόπαιες είναι και οι Αμαζόνες, μια κοινωνία γυναικών που νέμονται την εξουσία και ζουν από τα έργα του πολέμου, μια κοινωνία συμμετρική και αντίθετη από εκείνη των ελλήνων, μια κοινωνία που είναι το αρνητικό της πόλης των ανδρών, της πόλης του νόμου και του ορθού λόγου, που είναι το υπόδειγμα του κράτους του άλογου και του μη νόμου, του ανεστραμμένου κόσμου όπου κυριαρχεί το θηλυκό. Όμως οι Αμαζόνες, όσο και αν είναι πολεμόχαρες, είναι λιγότερο επικίνδυνες από την κακιά σύζυγο, γιατί είναι μακρινές, γιατί έρχονται απ’ έξω και ο άντρας μπορεί με τα όπλα του να τις αντιμετωπίσει. Έτσι οι ήρωες δαμάζουν τις βασίλισσες των Αμαζόνων με το ξίφος και το δόρυ στα πεδία της μάχης, με τον έρωτα στα γαμήλια κρεβάτια. Η Ιππολύτη δίνει η ίδια την πολύτιμη ζώνη της στον Ηρακλή, η Πενθεσίλεια πέφτει νεκρή στα πόδια του Αχιλλέα, η Αντιόπη γεννάει στον Θησέα τον Ιππόλυτο.


The sorceress - J.W. Waterhosue

Εξίσου παλιοί με τους μύθους που πλέκονται γύρω από το αρχέτυπο της γυναικείας δύναμη είναι και εκείνοι που αφορούν στο αρχέτυπο της γνώσης. Η γνώση μπορεί να οριστεί ως η κατανόηση της ουσίας των όντων και των φαινομένων, της δυναμικής των ενεργειών και των συσχετισμών που οδηγεί στην πρόγνωση των γεγονότων και στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Με αυτήν την έννοια στο επίπεδο του μύθου το αρχέτυπο της γνώσης είναι γένους θηλυκού και υπάρχουν μια σειρά θεϊκές μορφές που το εκφράζουν: η Γαία, η πρωτομάντις, η μητέρα των Θεών και των ανθρώπων που γνωρίζει τα πάντα και σημαίνει τα μέλλοντα, η Μήτις, η προσωποποίηση της πολύτροπης νόησης που την καταπίνει ο Δίας για ν’ αφομοιώσει την γνώση της, η Θέτις, η σοφή κυρά της θάλασσας, η Δήμητρα, η θεά που δίδαξε την καλλιέργεια της γης και αποκάλυψε τα Μεγάλα Μυστήρια για να ελευθερωθούν οι άνθρωποι από τον φόβο του θανάτου, και βέβαια η εργάνη Αθηνά, η κόρη της Μήτιδος, που γεννήθηκε από το κεφάλι του πατέρα της και υπόταξε την άγρια φύση στην δύναμη του νου, εφευρίσκοντας τον αργαλειό και τον κεραμικό τροχό, το αλέτρι και το χαλινάρι, και αρματώνοντας το πρώτο καράβι, και τέλος οι δύο θεές που κατέχουν την παντοδύναμη μαγική γνώση που μπορεί να ανατρέπει την τάξη του κόσμου, η Κίρκη και η Μήδεια.
Όμως αντίθετα με τον αρχαίο μύθο, που απηχεί την παλαιότερη τάξη των πραγμάτων και ανιχνεύεται κυρίως στην επική ποίηση του 8ου και του 7ου αι. π.Χ. στην πράξη το πατριαρχικό σύστημα, στερώντας από τις Ελληνίδες της Ιστορικής εποχής την δυνατότητα της μόρφωσης, προσπάθησε να κρατήσει τις γυναίκες μακριά από την γνώση, σαν να φοβόταν μήπως το αγαθό αυτό γίνει στα χέρια τους επικίνδυνο όπλο.
Κάτω από την εξελικτική επίδραση αυτής της αντίληψης, που φαίνεται να ξεκινά ήδη από την εποχή του Ομήρου και να εδραιώνονται στα κλασσικά χρόνια, οι παλιές θεές της γνώσης, με εξαίρεση την Αθηνά που, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος από την θηλυκή της φύση, εντάσσεται στο νέο πλαίσιο, σιγά σιγά μεταλλάσσονται, και ή ξεθωριάζουν, διατηρώντας την ισχύ τους στην λατρεία και όχι στην μυθοπλασία, ή γίνονται ηρωίδες με περισσότερο ή λιγότερο αρνητικό χαρακτήρα. Οι πιο χαρακτηριστικές ανάμεσα στις τελευταίες είναι οι δύο μάγισσες από την γενιά του ήλιο – μια γενεαλογία που ανακαλεί παλαιότερες θεολογίες -, η Κίρκη και η Μήδεια.
Circe - J. W. Waterhouse
Η Κίρκη, η «δεινή θεός» του Ομήρου που κατοικεί στο μακρινό παλάτι της κοντά στην χώρα του θανάτου, ξέρει όλα της γης τα φάρμακα και τα φαρμάκια, τους δρόμους της θάλασσας, τα μυστικά των πλασμάτων της ερημιάς, μπορεί με τα βοτάνια της να κάνει τους άντρες να λησμονούν την φύση τους και τους μεταμορφώνει σε ζώα. Όμως ακόμη κι αυτή αφήνεται να δαμαστεί από τον Έλληνα ήρωα, και ο ποιητής χαίρεται να περιγράφει την ήττα εκείνης που θα γίνει το μυθικό αρχέτυπο της κακιάς μάγισσας. Οι αγγειογράφοι των αρχών του 5ου αι. π.Χ. αγαπούν να παριστάνουν την στιγμή της ταπείνωσής της, όταν τρομαγμένη από την δύναμη του σπαθιού του Οδυσσέα, η Κίρκη το βάζει στα πόδια αφήνοντας να της πέσει το μαγικό ραβδί της, και στα πλαίσια της κωμωδίας η παλιά θεά της άγριας φύσης θα γίνει η αδίστακτη μαυλίστρα πόρνη που καραδοκεί, έχοντας σαν παγίδα τα θέλγητρά της, να πιάσει στα βρόχια της και να οδηγήσει τον όλεθρο το αρσενικό.


Medea - Rebecca Parker
Η Μήδεια πάλι, η παλιά θεά της νόησης και της σοφής συμβουλής, όπως διδάσκει το όνομά της, που σύμφωνα με το πανάρχαιο μοτίβο των μύθων του Ιερού Γάμου θα ακολουθήσει τον εκλεκτό για να φέρει στον κόσμο των θνητών την ευλογία της γνώσης της, θα γίνει στα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια η καλή μάγισσα που ξέρει να διώχνει την κατάρα του θανάτου και των γηρατειών, πράγματα που όσο και αν είναι επιθυμητά, ανατρέπουν την τάξη του κόσμου. Στα χέρια των τραγικών του 5ου αι. π.Χ. της εποχής που δόξασε τον Ορθό Λόγο και τον Νόμο όσο ίσως καμία άλλη, η σοφή ηρωίδα θα γίνει η πονηρή αγύρτισσα που στην ιστορία των Πελιάδων ξεπλανεύει τα ανόητα θηλυκά και τα βάζει να σκοτώσουν τον γέρο πατέρα τους με την απατηλή υπόσχεση αιώνιας νιότης, η κακιά μητριά του Θησέα που στα χέρια της η γνώση γίνεται φαρμάκι, και τέλος η στυγερή παιδοκτονία που, επειδή ακριβώς είναι σοφή, ξέρει να χτυπήσει τον αντίπαλό της εκεί που τον πονάει περισσότερο και, στερώντας από τον πατέρα τους γιους του, και καταδικάζει τον οίκο του στην απώλεια και ευνουχίζει κοινωνικά τον ίδιο. 
Η Μήδεια του Ευριπίδη, η ηρωίδα που έδωσε σάρκα στο χειρότερο εφιάλτη της πατριαρχικής κοινωνίας, καταδεικνύοντας μέσα από την πράξη της την ύστατη συνέπεια της αφύσικης αντίληψης που στο όνομα της απόλυτης αντρικής εξουσίας ήθελε τα παιδιά ξένα από την μάνα τους, είναι ο μόνος δολοφόνος της τραγωδίας που δεν τιμωρείται. Αναποδογυρίζοντας συθέμελα το φυσικό και τον ανθρώπινο νόμο, γνωρίζοντας τον ύψιστο πόνο, καθαίρεται και αποθεώνεται. Πληρώνει όμως ακριβά το τίμημα της γνώσης της και το όνομά της γίνεται συνώνυμο της πιο βαριάς δυστυχίας και του πιο αποτρόπαιου φόνου.

 (Αγγελική Κοτταρίδη - αρχαιολόγος, περιοδικό "Αρχαιολογία & Τέχνες")

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Τα Αρχέτυπα της Γυναίκας στον Αρχαίo Ελληνικό Μύθο (A' Μέρος)


A Grecian Lovely - J.W. Godward

Πίσω από τις πολυποίκιλες και πολυώνυμες μορφές, πίσω από τους άπειρους μύθους και τις πολλαπλές, συχνά εντελώς αντιφατικές, παραλλαγές τους, διαχρονικές και κατ’ ουσία αμετάβλητες μέσα στην ρευστότητα της ιστορικής διαδρομής τους, διακρίνονται τέσσερις αρχετυπικές ιδέες, που μοιάζουν να αποτελούν τις βασικές συνιστώσες της έννοιας γυναίκα για την αρχαιοελληνική σκέψη.
Τα αρχέτυπα αυτά γύρω από τα οποία εξυφαίνονται οι φιγούρες των ηρωίδων, που σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό τα μορφοποιούν είναι ο έρωτας, η θυσία, η δύναμη και η γνώση. Οι γυναίκες του μύθου εκφράζουν, η καθεμιά με τον τρόπο της, αυτές τις αρχές, παρέχοντας πρότυπα αρνητικά ή θετικά, ανάλογα με τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις της συγκεκριμένης στιγμής που γίνεται η πραγμάτευση του θέματος. Ανεξάρτητα από τις πολυποίκιλες δράσεις, κοινός τόπος παραμένει η υπέρβαση του μέτρου. Οι ηρωίδες του μύθου ανατρέπουν τις συμβάσεις και τους περιορισμούς και εξαίρονται – θετικά ή αρνητικά-, κερδίζοντας έτσι την απαγορευμένη για το φύλο τους φήμη.
Ο έρωτας, με την έννοια της πανίσχυρης σεξουαλικής ορμής που μακροπρόθεσμα εξασφαλίζει την διαιώνιση του είδους, την συνέχιση του οίκου και την διατήρηση του γένους και της πόλης, είναι κατ’ εξοχήν χώρος της γυναίκας, για την οποία ο μόνος σχεδόν αποδεκτός ρόλος που μπορεί να παίξει στα πλαίσια της πατριαρχίας είναι ακριβώς να αποτελεί το αντικείμενο της ερωτικής ορμής του άντρα, το σιωπηλό ταμείο που θα αποδεχτεί το γονιμοποιό σπόρο για ν’ αποδώσει τον πολύτιμο καρπό. Δανάη, Ιώ, Καλλιστώ, Αλκμήνη, Κορωνίς, Αίθρα, Αμυμώνη, Τηρώ, Ωρείθυια είναι τα ονόματα μερικών από τις γνωστές ηρωίδες των αρχαίων επικών γενεαλογιών, της ατελείωτης εκείνης χορείας των γυναικών που έγιναν αντικείμενο του πόθου των θεών και των ηρώων και πλήρωσαν με καρτερία και υποταγή την ηδονή που πρόσφεραν. Ακριβό τίμημα της θείας εκλογής που τις εξαίρεσε από την κοινή μοίρα στάθηκε για τις περισσότερες η δυστυχία, αν όχι η καταστροφή. Μόνη τιμή ότι γέννησαν λαμπρά τέκνα που δόξασαν την γενιά τους.
Το θηλυκό, που η φυσική παρουσία του και μόνη φτάνει για ν’ αναστατώσει το αρσενικό και να το κάνει να χάσει τον έλεγχο, πρέπει με κάποιον τρόπο να τιμωρηθεί. Αυτό γίνεται συνήθως μέσα από την ίδια την ερωτική πράξη, που για τους Έλληνες μοιάζει να είναι ο θρίαμβος της αντρικής επιθετικότητας.
Απόλλωνας & Δάφνη - J.W.Waterhouse
Στο επίπεδο της γλώσσας η αντίληψη αυτή παγιώνεται από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια (8ος αιώνας π.Χ.) με την χρήση του ρήματος δάμνυμι, που σημαίνει δαμάζω και πολύ συχνά επιστρατεύεται για να περιγράψει, μεταξύ άλλων βίαιων δραστηριοτήτων (όπως π.χ. ο πόλεμος ή το κυνήγι), και την ερωτική συνεύρεση. Τα επικά ποιήματα είναι γεμάτα από «δμωές» και «δάμαρτες» -δυο λέξεις που ετυμολογικά σχετίζονται με το δάμνυμι-, σκλάβες δηλαδή και συζύγους, γυναίκες που τις δάμασε η αντρική δύναμη. Στο επίπεδο της εικόνας η ίδια αντίληψη εκφράζεται στην επιλογή του σχήματος της καταδίωξης, που για την εικονογραφία του τέλους του 6ου και του πρώτου μισού του 5ου αι. π.Χ. αποτελεί σχεδόν αναγκαστικό κοινό τόπο για την παράσταση της αρπαγής, που θα εξακολουθήσει να είναι ιδιαίτερα αγαπητό και στον 4ο αι. π.Χ.
Η γυναίκα, όπως ο εχθρός στην μάχη, το θήραμα στο κυνήγι ή η άγρια φύση, είναι ένας αντίπαλος που ο άντρας πρέπει να δαμάσει. Ηρωίδες, όπως η Κασσάνδρα, που αρνούνται να αποδεχτούν τον ρόλο του ερωτικού αντικειμένου και προτιμούν την αυτονομία της παρθενίας, γίνονται θύματα αποτρόπαιων βιασμών, πλάσματα περιθωριακά, που κερδίζουν ίσως τον οίκτο αλλά όχι τον έπαινο.

H αρπαγή της Ελένης
Αντίθετα, για την ωραία Ελένη, το κατ’ εξοχήν αντικείμενο του πόθου για τον αρχαίο μύθο, δεν υπάρχει ψόγος ή τιμωρία. Αντικείμενο αλλεπάλληλων αρπαγών, αιτία του πιο φονικού πολέμου, και όμως την κρίσιμη ώρα φτάνει να γυμνώσει το κορμί της και ο πατημένος άντρας αφοπλίζεται και υπακούει στο κάλεσμα της φύσης που την δύναμή της ενσαρκώνει η ηρωίδα με τον τρόπο ακριβώς που είναι αποδεκτός από την εποχή της, τον τρόπο της αποδοχής των ρόλων. Την ώρα που ο Μενέλαος γυμνώνει το σπαθί, η Ελένη «… είναι σαν θρόισμα μες στην γαλήνη της απανεμιάς, ωσάν της χαρμονής την αβρή πλησμονή, ωσάν το απαλό των ομματιών το βέλος, σαν άνθος έρωτος που σε πλαντάζει». Βέβαια, δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η Ελένη παρουσιάζει ένα θετικό πρότυπο μίμησης, ωστόσο αποτελεί αναμφισβήτητα ένα πρότυπο αξιοζήλευτο.
Αρνητικό και απόλυτα απορριπτέο είναι το πρότυπο της γυναίκας ηρωίδας που γίνεται ερωτικό υποκείμενο, που η ίδια ερωτεύεται και αποτολμά να εκδηλώσει την επιθυμία της, απειλώντας έτσι καίρια την πεμπτουσία της πατριαρχικής τάξης. «Μα ποιος θα ‘ρθει να πει… των παθιασμένων γυναικών τους ακόλαστους έρωτες και τα πάθη που στοιχειώνουν τα σπίτια; Ο θηλυκός ο πόθος αχαλίνωτος ανθρώπους και θεριά ποδοπατεί και τα κρεβάτια των αντρόγυνων σκορπίζει».
Τέλος, ενσάρκωση αυτού του προτύπου αποτελεί η Φαίδρα, μια ηρωίδα της Κλασσικής εποχής, μια ηρωίδα καινούργια που την δράση της δεν την γνωρίζει ο παλιός μύθος, ένα πλάσμα του Ευριπίδη, του ανθρώπου που με εξαιρετική ευαισθησία και οξυδέρκεια καταγράφει το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησε η πόλωση των φύλων που επέβαλε το σύστημα της εποχής του. Έχοντας «τόλμης και θράσους διδάσκαλον» τον έρωτα, η Φαίδρα θα εκφράσει την απαγορευμένη επιθυμία της και θα καταστραφεί, παρασύροντας μαζί της στον όλεθρο και το αντικείμενο του πόθου της.
Η Πηνελόπη & οι μνηστήρες - J.W.Waterhouse
Στα όρια του έρωτα και της προσφοράς βρίσκεται μια από τις πιο γνωστές αρχαίες ηρωίδες, η Πηνελόπη, το διαχρονικό πρότυπο της πιστής συζύγου, της γυναίκας που, υποταγμένη στην μοίρα της, περνάει την ζωή της υφαίνοντας και περιμένοντας τον κύριο της Εστίας της. Η Πηνελόπη είναι βέβαια μια ηρωίδα θετική που προσφέρει το αξιοζήλευτο παράδειγμα προς μίμησιν, αφού ενσαρκώνει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τις επιθυμητές για τον πατριαρχικό περίγυρο γυναικείες αρετές.
Το ίδιο ισχύει σε γενικές γραμμές για όλες τις ηρωίδες που μορφοποιούν το αρχέτυπο της θυσίας, της ύψιστης και απόλυτης προσφοράς. Η θυσία, που σημαίνει στην κυριολεξία την απώλεια ενός αγαθού που προσφέρεται στο θείο για τον εξευμενισμό του, την εξασφάλιση της αρωγής του ή την έμπρακτη έκφραση ευχαριστίας, είναι όρος δανεισμένος από την θρησκευτική πρακτική. Και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αρχαιότεροι μύθοι που έχουν ως θέμα την θυσία της γυναίκας σχετίζονται άμεσα με την τελετουργία. Στην πράξη, τουλάχιστον στην Ελλάδα των ιστορικών χρόνων, τα σφάγια της θυσίας ήταν πάντα ζώα, στον μύθο όμως, αξιοσημείωτα συχνά το θύμα είναι μια κοπέλα.
Για ν’ αρχίσει ο Τρωικό πόλεμος χρειάστηκε η θυσία της Ιφιγένειας. Το τέλος του σφραγίζεται με την προσφορά της Πολυξένης, που το χυμένο πάνω στον τάφο αίμα της θα εξευμενίσει την ψυχή του Αχιλλέα. Για να νικήσουν οι Αθηναίοι τους Ελευσινίους πρέπει να θυσιαστούν οικειοθελώς οι κόρες του Ερεχθέως. Ανάλογη είναι η μοίρα της θυγατέρας του Αριστομένη, αλλά και άλλων ανώνυμων παρθένων από τα Λεύκτρα και από την Θήβα. Για να γλυτώσει η Αθήνα από τον λοιμό θα προσφερθούν οι «Λεώ κόραι», ενώ η Ησιόνη και η Ανδρομέδα θα αφεθούν βορά στα τέρατα για να γλυτώσουν οι χώρες τους από την οργή των θεών.
H θυσία της Ιφιγένειας - Francois Perrier
Την στιγμή της κρίσης, την ώρα του μεγίστου κινδύνου οι άνδρες παραδίνουν στον θάνατο μια παρθένα. Σύμφωνα με το μαγικό αξίωμα «στο ύψιστο αξίζει το άριστο», είναι «η καλλίστη», η θυγατέρα του ίδιου του αρχηγού που πρέπει να προσφερθεί για να έχει η επίκληση το ποθούμενο αποτέλεσμα. Το ευγενικό αίμα του εκλεκτού όσο και αθώου θύματος συμφιλιώνει τις εχθρικές δυνάμεις από το υπερπέραν και εξάπτει την επιθετικότητα των ανδρών που ξεκινούν για την μάχη. Η εικόνα της παρθένας, που ζωντανή ήταν το αντικείμενο του πόθου, πηγή έντασης και αντιπαλότητας για τα αρσενικά μέλη της ομάδας, γίνεται ο συνδετικός κρίκος που τους σμίγει στο κοινό εγχείρημα και οδηγεί τους πολεμιστές στην νίκη. Όμως για να γίνει αποδεκτή η θυσία, το θύμα πρέπει να συγκατανεύσει και να προσφερθεί οικειοθελώς, ώστε να απαλλαγεί έτσι η κοινότητα από το βάρος της ενοχής και τον φόβο της τιμωρίας. Μεταθανάτια λατρεία και προσφορές εξευμενισμού θα είναι το αντίτιμο της ζωής που πρόσφερε η κόρη.
Αργότερα, στην Κλασσική εποχή, η μυθοπλαστική δραστηριότητα των μεγάλων τραγικών, που το έργο τους ζει από τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα διλήμματα των ηρώων του, θα αναδείξει μια σειρά νέες ηρωίδες, που με διαφορετικό, πιο εσωτερικό τρόπο μορφοποιούν το αρχέτυπο της γυναικείας προσφοράς. Η Αντιγόνη δεν διστάζει, υπακούοντας στον άγραφο νόμο, να θάψει τον αδερφό της, ακόμη και αν το τίμημα θα είναι να κατέβει ζωντανή στον τάφο. Την κρίσιμη στιγμή η ηρωίδα ξεπερνά σε γενναιότητα όλους τους άντρες, χωρίς ωστόσο να αναιρεί την γυναικεία φύση της που εκφράζεται ιδανικά στον λόγο της: «Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν» (γεννήθηκα όχι για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ). 

Η Αντιγόνη εμπρός στον νεκρό Πολυνείκη - Νικηφόρος Λύτρας

Ιδανική αδερφή η Αντιγόνη, ιδανική θυγατέρα η Ηλέκτρα, η γυναίκα του πένθους που αρνήθηκε την χαρά της ζωής και έγινε ζωντανή Ερινύα του νεκρού πατέρα της, προσκολλημένη στην θλίψη της μνήμης του, ενσαρκώνουν τέλεια την πατριαρχική αντίληψη της συγγένειας. Η μόνη που τις ξεπερνά σε αρετή είναι η Άλκηστις, η «γυναικών αρίστη», που με απόλυτη νηφαλιότητα επιλέγει να προσφέρει την δική της ζωή για να σωθεί ο άνδρας της γιατί, όπως του λέει η ίδια, «ουκ ηθέλησα ζην αποσπασθείσα σου». Ιδανικό πρότυπο της προσφοράς, στην οποία η δύναμη του έρωτα μπορεί να οδηγήσει, η Άλκηστις, που για χάρη της οι θεοί επέτρεψαν να ανατραπεί ο φυσικός νόμος, γίνεται το διαχρονικό σύμβολο της αγάπης που νικάει τον θάνατο και βρίσκει μια αξιοζήλευτη θέση στην νεότερη λογοτεχνία.

O Hρακλής παλεύει με τον Θάνατο για να σώσει την Άλκηστη - Frederick Leighton

(Αγγελική Κοτταρίδη - αρχαιολόγος, περιοδικό "Αρχαιολογία & Τέχνες")

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Ινδοευρωπαίοι και Πρωτοέλληνες στον ελλαδικό χώρο (2)

                                                    (Αψιδωτή οικία στην Λέρνα)

Για την είσοδο των πρωτοελληνικών ομάδων έχουν υποστηριχθεί διάφορες θεωρίες τόσο για την διαδρομή που ακολούθησαν, όσο και για την χρονολογία εισόδου τους. Ο J. P. Mallory στο βιβλίο του In Search of the IndoeuropeansLanguage, Archaeology and Myth αναφέρει την πεποίθηση κάποιων επιστημόνων που συσχετίζουν την εμφάνιση των μυκηναϊκών βασιλείων με την προηγούμενη εισβολή κάποιου πληθυσμού από τον Βορρά, οποίος μετακινήθηκε νοτιότερα και ο οποίος έφερε το έθιμο της ταφής σε τύμβους, την χρήση του άρματος, ξιφών και της ολόσωμης ασπίδος, καθώς και την ταφή θυσιασμένων αλόγων στους τύμβους. Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ταφικής συνηθείας μας είναι γνωστά και από ευρήματα στην Αλβανία (Pazhok, Vodhine) και στην  Β. Ελλάδα (Σέρβια) και Δ. Ελλάδα (Λευκάδα). Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε από τον N. Hammond, ο οποίος στο τρίτομο έργο του «Ιστορία της Μακεδονίας» γράφει πως οι πρόγονοι των ηγεμόνων των Μυκηνών, πρέπει να έζησαν κατά την ύστερη νεολιθική περίοδο στο Ποροντίν της Πελαγονίας και πως τα πρωτοελληνικά φύλα πρέπει να ακολούθησαν δύο διαδρομές για την κάθοδό τους. Η μία ομάδα εξαπλώθηκε δια θαλάσσης από τα παράλια της σημερινής Αλβανίας και διαμέσου του Ιονίου στην Κεντρική και Νότια Ελλάδα, ενώ η άλλη κινήθηκε ακολουθώντας χερσαίους δρόμους, από την αλβανική ενδοχώρα προς νότον. Ο J.P. Mallory αναφέρει επίσης ότι πιο αποδεκτή είναι η άποψη που προτείνει ως χρονολογία ελεύσεως των Πρωτοελλήνων την περίοδο γύρω από το 2200 π.Χ., οπότε συντελείται η μετάβαση από την Πρωτοελλαδική ΙΙ (2650-2200 π.Χ.) στην Πρωτοελλαδική ΙΙΙ (2300-2100 π.Χ. ή 2200/2150-2050/2000 π.Χ.). Στοιχεία που υποδεικνύουν την εισβολή ενός νέου λαού, είναι η καταστροφή και εγκατάλειψη θέσεων, η εμφάνιση ενός νέου τύπου οικίας, η λεγόμενη αψιδωτή οικία (μακρόστενο και ορθογώνιο κτίσμα με την μία πλευρά να είναι καμπύλη), οι διάτρητοι πολεμικοί πελέκεις, τα πήλινα αγκυρόμορφα αντικείμενα, και ένας νέος τύπος αγγείων. Κάποιοι υποστηρίζουν πως οι εισβολείς προέρχονταν από την ΒΔ Ανατολία, όπου υπάρχουν αντίστοιχα κεραμικά ευρήματα, ενώ κάποιοι άλλοι την προέλευση από βορειότερη περιοχή των Βαλκανίων, όπου χαρακτηριστικά δείγματα αψιδωτών κτιρίων υπάρχουν στον πολιτισμό Εζερό και στον πολιτισμό Μπάντεν. Αψιδωτά κτίρια, πήλινες «άγκυρες» και πελέκεις έχουν βρεθεί στην Ν. Βουλγαρία, Θράκη και ΒΔ Μικρά Ασία (Τροία), ΒΑ Αιγαίο (Πολιόχνη), Μακεδονία, Α. Θεσσαλία, Α. Στερεά και ΒΑ Πελοπόννησο στην Λέρνα. Τα ίχνη καταστροφής στον οικισμό της Λέρνης στην Αργολίδα που χρονολογούνται γύρω στο 2100 π.Χ., αποδίδονται στους Δαναούς οι οποίοι θεωρούνται και η πρώτη ελληνόφωνη ομάδα που καταφθάνει στον ελλαδικό χώρο. Το όνομα των Δαναών ετυμολογείται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα danu: «υγρασία, δροσιά, ποταμός, σταγόνα» (π.χ. Don, Dnjestr, Dnjepr, Ταναός, Ηριδανός, Απιδανός, Δούναβης), και πράγματι ο Δαναός και οι κόρες του σχετίζονται μυθολογικά με την Αργολίδα και την λίμνη της Λέρνης, δίπλα στην οποία βρισκόταν ο προαναφερθείς οικισμός. Σύμφωνα με την μυθολογία κατέστησαν το Άργος «εύυδρον», ενώ στην λίμνη έθαψαν οι Δαναïδες τα κεφάλια των μνηστήρων και εξαδέλφων τους, των γιων του Αιγύπτου. Μαζί με το κύμα των Δαναών πρέπει να κατέφθασε και ένα τμήμα Αβάντων, το όνομα των οποίων επίσης σχετίζεται με το υγρό στοιχείο και προέρχεται από την ρίζα ab- «νερό, ποτάμι». Εγκατεστάθησαν σε περιοχές της Ευβοίας, του Άργους και της Φωκίδος.

Η διαδρομή που ακολούθησαν αυτά τα πρώτα τμήματα ελληνοφώνων, αποτελεί αντικείμενο διχογνωμίας όπως ειπώθηκε. Μία άποψη είναι πως αντικείμενα που έχουν βρεθεί στην Λέρνα και σχετίζονται με τους εισβολείς, παρουσιάζουν αιγαιακά και τρωϊκά χαρακτηριστικά, οπότε οι εισβολείς προέρχονταν από ομάδες που μετακινήθηκαν από την ουκρανική στέπα προς την Θράκη και από εκεί στην Μικρά Ασία, από όπου στην συνέχεια διεκπεραιώθησαν μέσω Αιγαίου στην Ν. Ελλάδα. Αργότερα όμως διατυπώθηκε η άποψη πως οι εισβολείς φαίνεται να προέρχονται από την Κ. Ελλάδα και όχι απευθείας έξω από τον ελλαδικό χώρο. Το ποια ήταν η ακριβής διαδρομή, μένει να διαπιστωθεί από την αρχαιολογική έρευνα.

 Κατανομή των Πρωτοελληνικών φύλων μεταξύ 2300-1900 π.Χ περίπου (από το βιβίο του Δ.Ευαγγελίδη: "Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περί-Ελλαδικών Φυλών", εκδοτικός οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005)


Ένα δεύτερο τμήμα ακολούθησε διαφορετική πορεία, εγκαθιστάμενο στην ΝΔ Ιλλυρία, στην Δ. Μακεδονία, στην Ήπειρο και στην ΒΔ Θεσσαλία. Η έλευσή τους πρέπει να έγινε γύρω στο 2300 π.Χ. και σίγουρα όχι αργότερα από το 2100 π.Χ., καθώς η διαδικασία διαχωρισμού της πρωτοελληνικής γλώσσης σε διαλέκτους, οι οποίες εμφανίζονται το 1900 π.Χ. περίπου απαιτεί σίγουρα ένα διάστημα δύο αιώνων. Κατά την περίοδο αυτή Άβαντες εγκαθίστανται βορείως του Γράμμου και του Αώου, ενώ στις περιοχές Γράμμου, Αώου και Τύμφης  βρίσκουμε φύλα που θα ομιλήσουν διαλέκτους της Βορειοδυτικής ομάδος (ή κατά άλλους Δυτικής). Ανατολικά τους έχουμε τα φύλα της λεγόμενης Κεντρικής διαλεκτικής ομάδος και νοτίως των Χασίων τους ομιλούντες διαλέκτους της Νοτίου ομάδος. Οι περαιτέρω διαφοροποιήσεις των Πρωτοελλήνων καθώς και οι ζυμώσεις μεταξύ τους, αλλά και με τους προελληνικούς πληθυσμούς θα οδηγήσουν κατά την περίοδο 1900-1150 π.Χ. στην γένεση των διαφορετικών ελληνικών φύλων της Μυκηναϊκής περιόδου. Η Βορειοδυτική ομάδα περιλαμβάνει τους Αιτωλούς, τους Λοκρούς, τους Φωκείς, τους Κεφαλλήνες, τους Μακεδνούς, τους Μολοσσούς και τους Θεσπρωτούς. Η Κεντρική διαχωρίζεται μετά το 1900 π.Χ. στην Αρκαδική και τις διαλέκτους των Πρωτο-Αιολικών φύλων των Αχαιών, Μινύων, Λαπίθων, Φλεγύων, Περραιβών και Αινιάνων. Η Νότια ομάδα αποτελείται από τους Πρωτο – Ίωνες και υπάρχουν τέλος και φύλα όπως οι Αθαμάνες, οι Βοιωτοί και οι Θεσσαλοί οι οποίοι διαλεκτικά κατέχουν θέση ενδιάμεση των αιολοφώνων και των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, η οποία αντικατοπτρίζει και την γεωγραφική τους θέση μετά το 1900 π.Χ.

Γύρω στο 1900 π.Χ. ένα τμήμα ελληνικών πληθυσμών μετακινείται προς την Θεσσαλία και την Ν. Ελλάδα. Ένα άλλο κατευθύνεται νοτίως ακολουθώντας την  οροσειρά της Πίνδου προς νότον και τους χερσαίους δρόμους που οδηγούν από την Ήπειρο προς την Δ. Στερεά Ελλάδα, ενώ κάποια άλλα φύλα καταλαμβάνουν τις εγκαταλειφθήσες πλέον περιοχές.

Οι Ίωνες που αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στην ΒΔ Θεσσαλία, νοτίως των Χασίων θα μετακινηθούν νοτιότερα και θα φτάσουν στην Δ. Λοκρίδα, στην Α. Στερεά, στην Πελοπόννησο στις περιοχές της Αργολίδος, της Κυνουρίας, της Αχαϊας, της Πισάτιδος και της Τριφυλίας. Επίσης θα εγκατασταθούν στην Αττική. Στις περιοχές εκτός της Αττικής θα υποκύψουν τελικά ή θα εκδιωχθούν από άλλα ελληνικά φύλα. Στην Αττική θα απορροφήσουν προϋπάρχοντες πληθυσμούς, γεγονός στο οποίο μάλλον οφείλονται και οι παραδόσεις περί καταγωγής τους από τους Πελασγούς και περί αυτοχθονίας. Το όνομά τους ετυμολογείται κατά πάσα πιθανότητα από την ρίζα is που σημαίνει ίαση και θεραπεία, αλλά και ορμή, δύναμη και βία. Οι τρεις τελευταίες λέξεις σχετίζονται σίγουρα με περιγραφές ορμητικών ποταμών οι οποίοι ονομάζονται Ίων, όπως  α) ποταμός στην ΒΔ Θεσσαλία όπου και η αρχική κοιτίδα των Ιώνων  β) ο Αλφειός ποταμός. Επίσης ο γενάρχης Ίων πιστευόταν πως έχει ταφεί στον αττικό δήμο του Ποταμού και οι προσφορές προς αυτόν ήταν παρόμοιες με αυτές προς ποταμούς.

Οι Αρκάδες των οποίων η φυλογένεση είχε ολοκληρωθεί πριν το 1900 π.Χ., όπως και των Ιώνων, θα μετακινηθούν από την Δ. Μακεδονία νοτιότερα προς την  περιοχή των Αθαμανικών ορέων (Τζουμέρκα) και στην Κεντρική Στερεά, γύρω από και στην ενδοχώρα του Μαλιακού κόλπου, κατά μήκος του ρου του Σπερχειού. Η μυθολογικές παραδόσεις εντοπίζουν τους Αρκάδες στην Κ. Ελλάδα ως συμμάχους του Ηρακλέους, ενώ κάποιες από αυτές θεωρούν μητέρα του Αρκάδος την Θεμιστώ, κόρη του βασιλιά των Λαπίθων Υψέως και σύζυγο του Αθαμάνος. Στην συνέχεια συνεπικουρούμενοι από τους Αζάνες και το μη ελληνικό ινδοευρωπαϊκό φύλο των Λυκαόνων, θα εισβάλουν και θα κατακτήσουν την Αρκαδία. Το τμήμα των Αρκάδων που δεν θα κατέλθει προς την Πελοπόννησο, αλλά θα παραμείνει στην Αθαμανία θα αποτελέσει τους Αρκτάνες.

Οι Αχαιοί γύρω στο 1900 π.Χ. έφθασαν στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδος, όπου όπως προείπαμε επεβλήθησαν των Πρωτο-Αχαϊών, τους οποίους αφεμοίωσαν μαζί με ένα τμήμα Αθαμάνων. Κατά το 1600 π.Χ. μετανάστευσαν νοτιότερα, προς την Πελοπόννησο και εγκατεστάθησαν στην Αργολίδα. Από εκεί δύο αιώνες αργότερα τμήμα τους μετακινήθηκε στην Μεσσηνία, όπως φανερώνει και η διαλεκτική συγγένεια της γλώσσης των Πινακίδων της Πύλου με αυτή των Μυκηνών και της Κνωσσού. Αχαιοί της Μεσσηνίας κατέλαβαν την περιοχή της Τριφυλίας, της Ολυμπίας και της Πισάτιδος. Την πορεία των Αχαιών από την Ν. Θεσσαλία εώς την Πελοπόννησο φανερώνει και η ύπαρξη παραδόσεων για τον Νηλέα, τον Πέλοπα και τον Αγαμέμνονα κατά μήκος των περιοχών εξαπλώσεώς τους.

Οι Λαπίθες αρχικά κατοικούσαν στην Δ. Θεσσαλία στις υπώρειες της Πίνδου. Από εκεί θα μετακινηθούν στην Β.Θεσσαλιώτιδα, στην Πελασγιώτιδα, στην Ιστιαιώτιδα και την Περραιβία. Επίσης θα εγκατασταθούν και στη περιοχή του Σπερχειού. Τη παρουσία τους και στην Αττική μαρτυρεί η ύπαρξη πολλών παραδόσεων σχετικά με αυτούς. Είναι γνωστή η σχέση του Θησέα με τον βασιλιά των Λαπιθών Πειρίθου, ενώ ο ίδιος ο Θησέας αναφέρεται ως Λαπίθης από τον Ησίοδο. Αττικά γένη όπως οι Βουτάδες και οι Κορωνίδες έχουν επώνυμους γενάρχες τους Λαπίθες Βούτη και Κόρωνο. Ομάδες τους έφτασαν και στην Πελοπόννησο, όπως γίνεται αντιληπτό από την ύπαρξη του Λαπιθαίου όρους στην Λακωνία, των παραδόσεων για τον Κόρωνο και τον Έλατο στην Σικυώνα και την τοποθέτηση των Κενταύρων, αντιπάλων των Λαπιθών, εκτός από το Πήλιο και στο όρος Μαλέας. Οι Κένταυροι επίσης μνημονεύονται και ως κάτοικοι του όρους Φολόη στην Ηλεία, γεγονός που μαζί με την αναφορά για μετανάστευση του Λαπίθη Φόρβαντα από την Θεσσαλία στον Ώλονο στην Ήλιδα, φανερώνει την μετακίνηση Λαπιθών στην Πελοπόννησο.

Ένα άλλο αιολόφωνο φύλο το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στις μυθολογικές παραδόσεις είναι οι Μινύες. Το όνομά τους πιθανώς προέρχεται από μία ρίζα η οποία έχει δώσει λέξεις με την έννοια του μικρός και σε άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Μινύες ονομάζονται σύμφωνα με κάποιες πηγές και οι Αργοναύτες. Στην Ιλιάδα αναφέρεται πως κατέχουν μέρος της Βοιωτίας με πόλεις όπως ο Ορχομενός και η Ασπληδών. Παράδοση του Ορχομενού που αναφέρει ο Παυσανίας στα Βοιωτικά του, μνημονεύει ως πρώτο οικιστή τον Ανδρέα, γιο του Πηνειού ποταμού. Αυτό το στοιχείο μαζί με την ύπαρξη τοπονυμίων όπως Ορχομενός, Μινύα και Άλμων (κώμη του βοιωτικού Ορχομενού) στην ΒΑ Θεσσαλία, σε περιοχή που διασχίζει ο Πηνειός, συνηγορεί στην άποψη περί μετακινήσεως Μινύων από την Θεσσαλία στην Βοιωτία πριν από το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου. Τμήματα Μινύων πρέπει να εγκατεστάθησαν και σε περιοχές της Πελοποννήσου όπως φανερώνουν οι αναφορές για τον γάμο του Νηλέως, βασιλέως της Πύλου ο οποίος επίσης καταγόταν από την Θεσσαλία, με την Χλωρίδα, κόρη του Μινύος βασιλέως του βοιωτικού Ορχομενού, Αμφίωνος, αλλά και ο Μινυήιος ποταμός στην Τριφυλία, που αναφέρεται από τον Όμηρο.

Τα φύλα των Βοιωτών και των Θεσσαλών πριν κατοικήσουν κατά τους ιστορικούς χρόνους στις περιοχές που μέχρι και σήμερα φέρουν το όνομά τους, ήταν εγκατεστημένα σε κάποιες περιοχές της Πίνδου, μεταξύ της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Οι μεν Βοιωτοί στο Βόιον όρος, από όπου στην συνέχεια μετακινήθηκαν στην Θεσσαλία, στην περιοχή της Άρνης, από όπου αργότερα συμφώνως με τον Θουκυδίδη θα εκτοπιστούν μετά τα Τρωϊκά από τους Θεσσαλούς, για να βρεθούν στην περιοχή που ονομάστηκε από αυτούς Βοιωτία. Οι Θεσσαλοί κατά τον Ηρόδοτο εισέβαλαν στην Θεσσαλία προερχόμενοι από την περιοχή της Ηπείρου και πιο συγκεκριμένα από την Θεσπρωτία.

                                     (Τα ελληνικά φύλα γύρω στο τέλος του 13 π.Χ. αιώνος)

Από τα φύλα της Βορειοδυτικής διαλεκτικής ομάδος, οι Λοκροί φαίνεται να έχουν μετακινηθεί στην Λοκρίδα πριν από το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, γεγονός που αντανακλάται και από τις παραδόσεις που ανάγουν την καταγωγή των αριστοκρατικών γενών τους σε ήρωες της Μυκηναϊκής περιόδου. Την σύνδεσή τους με την περιοχή της Πίνδου υποστηρίζει και η συνωνυμία του Λοκρού Αίαντος με τον ποταμό της Ηπείρου που είναι γνωστός και ως Αώος. Άλλα φύλα της ίδιας ομάδος που μετακινήθηκαν νοτιότερα ήταν οι Φωκείς, οι Κεφαλλήνες και οι Αιτωλοί. Ο ήρωας των Κεφαλλήνων Οδυσσέας παρουσιάζεται μάλιστα να ηγείται των Θεσπρωτών σε συγκρούσεις με τους Βρύγες στην Ήπειρο.

Όσον αφορά το φύλο των Δωριέων που μαζί με τους Ίωνες, τους Αχαιούς, τους Αιολείς αποτελούσαν μία από τις κύριες φυλετικές υποδιαιρέσεις των Ελλήνων των ιστορικών χρόνων, φαίνεται πως σχηματίστηκε κατά το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, στην Στερεά Ελλάδα, από την συνένωση Μακεδνών και άλλων φύλων της περιοχής που ονομάζεται Δωρίδα (στο βόρειο τμήμα του σημερινού νομού Φωκίδος)  και από την οποία πήρε το όνομά του και το νέο φύλο. Οι Δωριείς κατά τον Ηρόδοτο κατοικούσαν παλαιότερα, κατά την εποχή του Δώρου στην Φθιώτιδα. Στην συνέχεια μετοίκησαν στην ΒΑ Θεσσαλία, μεταξύ Ολύμπου και Όσσης, στη περιοχή της Ιστιαιώτιδος (εδώ λανθάνει καθώς η περιοχή αυτή προσδιόριζε την ιστορική Περραιβία), από όπου εκδιώχθησαν από τους Καδμείους προς την περιοχή της Πίνδου. Εκεί κατοίκησαν με το όνομα Μακεδνοί. O N. Hammond ταυτίζει τους Μακεδνούς/Δωριείς με τους φορείς του πολιτισμού Κουργκάν και καταληψίες των περιοχών του Τσαγκλίου (Φθιώτιδα) και Σέσκλου (σημερινή Μαγνησία, πλησίον του Βόλου) κατά την Μεσοελλαδική περίοδο (2100-1550 π.Χ.). Η διαδρομή λοιπόν που ακολουθήθηκε από τους προγόνους των μετέπειτα Δωριέων μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ήπειρος, περιοχή Πίνδου – ΝΑ Θεσσαλία (Φθιώτιδα) - ΒΑ Θεσσαλία (Περραιβία) – Πίνδος/Λάκμος – Κ. Στερεά (Δωρίδα). Στο βόρειο τμήμα της Θεσσαλίας (Ιστιαιώτιδα) ή στη Στερεά Ελλάδα, τοποθετούν τους Δωριείς και οι μυθολογικές παραδόσεις, συμφώνως προς τις οποίες, συγκρούστηκαν με τους Λαπίθες την εποχή που βασιλιάς και νομοθέτης τους ήταν ο Αιγίμιος γιος του Δώρου. Προς βοήθειά τους προσέτρεξε τότε ο Ηρακλής, ο οποίος σύμφωνα με κάποιες πηγές επικεφαλής Αρκάδων, συνέτριψε τους Λαπίθες.

Το φύλο των Μολοσσών το οποίο κυριαρχούσε στην Ήπειρο των ιστορικών χρόνων, κατά τον N. Hammond αποτελούσε τμήμα του λεγόμενου λαού Ποροντίν, το οποίο μετακινήθηκε από την περιοχή της Πελαγονίας προς την Ήπειρο, διασχίζοντας την οροσειρά της Πίνδου. Παραλλήλως προς τους Μακεδνούς οι οποίοι κατέρχονταν από την Πίνδο προς την Κ. Στερεά, μετακινήθηκαν και τμήματα Μολοσσών προς τα νότια. Αυτό γίνεται φανερό από την ύπαρξη ομοίων ή παρομοίων ονομάτων σε Ήπειρο και Αττική ή Πελοπόννησο. Στην Αττική συναντούμε τον ήρωα Αφείδα και το γένος των Αφειδαντιδών, ενώ στην Ήπειρο έχουμε τους Αφείδαντες, μία υποδιαίρεση των Μολοσσών. Ο ήρωας Αφείδας λατρευόταν επίσης στην αρκαδική Τεγέα, ενώ το όνομα Αφείδαντες φέρει και ένας δήμος της. Τα ονόματα Άλκων, Φιλαίας και Μούνιχος παρατηρούνται τόσο στην Αττική όσο και στην Ήπειρο. Μάλιστα το όνομα Φιλαίας σχετίζεται ετυμολογικώς με αυτό του Αίαντος, όνομα που έφερε ο Αώος, γύρω από τον οποίο κατοικούσαν προγενέστερα οι Μολοσσοί. Τέλος την περίοδο αυτή, δηλαδή πριν από το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, φαίνεται να έχουν σχηματιστεί ως φύλο και οι Θεσπρωτοί. Παραδόσεις μάλιστα τους παρουσιάζουν να κατοικούν από τα παράλια της Ηπείρου εως και τα όρια μεταξύ Ηπείρου και Μακεδονίας, οπού συνόρευαν με τους Βρύγες. Στις συγκρούσεις εναντίον των Βρυγών όπως προαναφέρθηκε, επικεφαλής τους τέθηκε κάποια στιγμή ο Οδυσσέας.

Θα μπορούσαμε να πούμε, πως σε γενικές γραμμές αυτό είναι το περίγραμμα των μετακινήσεων των Ινδοευρωπαϊκών ομάδων - από τις οποίες θα προκύψουν αργότερα τα ελληνικά φύλα - από την Ποντική-Κασπική περιοχή μέχρι το νότιο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου. Οι ομάδες αυτές ήταν οι φορείς παραδόσεων και θρησκευτικών, κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων, οι οποίες απετέλεσαν και τον πυρήνα του φαινομένου της Μυκηναϊκής και  Αρχαϊκής Ελλάδος με τους μύθους και το ήθος τους. Αυτές οι παραδόσεις καθώς προέρχονται από το αρχικό πρωτοινδοευρωπαϊκό στοιχείο, συναντώνται σε όλο το εύρος εγκαταστάσεως των παρακλαδιών του, από την Ιρλανδία εως την Κ. Ασία και την Ινδία όπου και κατοίκησαν οι λαοί αυτοί. Χαρακτηριστική είναι η τριμερής και ιεραρχική διαίρεση της κοινωνίας σε πολιτική-μαγικοθρησκευτική, πολεμική  και παραγωγική λειτουργία, η οποία μελετήθηκε και αναλύθηκε από τον Ζωρζ Ντυμεζίλ ή η ανάδειξη της αλήθειας και της δικαιοσύνης σε θρησκευτικές έννοιες καθώς και η επιδίωξη της δόξης μέσω κατορθωμάτων. Φυσικά οι παραδόσεις αυτές δεν διατηρήθηκαν παντού με την ίδια μορφή καθώς οι ινδοευρωπαϊκοί πληθυσμοί αναμειγνύονταν και αφομοίωναν στοιχεία των προηγούμενων πληθυσμιακών ομάδων των περιοχών στις οποίες εγκαθίσταντο.


 ΠΗΓΕΣ

J. P. Mallory "In Search of the Indo-Europeans: Language, Archaeology and Myth. London: Thames & Hudson" (1989)

Mallory, J.P.; Douglas Q. Adams (1997). Encyclopedia of Indo-European Culture. London: Fitzroy Dearborn Publishers

Δ.Ευαγγελίδης: "Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περί-Ελλαδικών Φύλων", Εκδοτικός Οίκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005

"Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" Τόμος Ά, Εκδοτική Αθηνών

Jean Haudry "Ινδοευρωπαίοι" Ινστιτούτο του Βιβλίου-Μ. Καρδαμίτσα

N.G.L. Hammond, G.T. Griffith "Ιστορία της Μακεδονίας" Τόμος Ά, Μαλλιάρης Παιδεία


Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Ινδοευρωπαίοι και Πρωτοέλληνες στον ελλαδικό χώρο (1)

            
               (Η εξάπλωση των ινδοευρωπαϊκών ομάδων από την  Ποντική-Κασπική περιοχή
                από το 4000 ες το 1000 π.Χ περίπου, συμφώνως προς το μοντέλο Κουργκάν)

 Το ζήτημα της προελεύσεως των Ελλήνων είναι ένα θέμα, το οποίο φυσιολογικώς έχει απασχολήσει κατά πολύ τον ευρύτερο «εθνικιστικό χώρο». Πολλά άτομα του εν λόγω χώρου παρακινούμενα πολλές φορές από πατριωτισμό αρνούνται να δεχθούν το ενδεχόμενο εισόδου των προγόνων τους στον ελλαδικό χώρο από εξωελλαδικές περιοχές και απορρίπτουν την ύπαρξη των Ινδοευρωπαίων και της καθόδου τμημάτων αυτών, θεωρώντας ίσως πως αυτό θα μείωνε το πατρογονικό δικαίωμά τους πάνω στην ελληνική γη. Παραλλήλως προωθούνται θεωρίες οι οποίες παρουσιάζουν το ελληνικό έθνος ως ανάδελφο, ως μη έχοντα δηλαδή καμία φυλετική σχέση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά έθνη, θεωρίες βεβαίως που έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με άλλες που υποστηρίζονται ταυτοχρόνως από τα ίδια άτομα και οι οποίες αποδίδουν ελληνική καταγωγή σε βορειοευρωπαϊκούς, κεντροευρωπαϊκούς ή ανατολικοευρωπαϊκούς λαούς. Οι αντιλήψεις αυτές είτε προέρχονται από ανιδιοτελή ή από ιδιοτελή κίνητρα, γεγονός είναι πως παρουσιάζουν μία σύγχυση στον τρόπο σκέψεως και στην αντίληψη περί της ουσίας της ελληνικότητος. Ανύπαρκτες τεχνολογικές ανακαλύψεις ή ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις χρεώνονται στους προγόνους μας, στην προσπάθεια να αποδειχθεί με κάθε τρόπο η προέλευση της συγχρόνου ευρωπαϊκής κοινωνίας και των συγχρόνων αντιλήψεων και ανακαλύψεων από αυτούς. Μίας κοινωνίας που βρίσκεται σε καθοδική πορεία και ενός συνόλου αντιλήψεων που θα γίνονταν σίγουρα αντικείμενα χλευασμού από τους δικούς μας προπάτορες, αλλά και από αυτούς των υπολοίπων ευρωπαϊκών εθνών. Επίσης επιστημονικά και στρατιωτικά επιτεύγματα αποδίδονται συλλήβδην σε όλους τους Έλληνες, ως να ήταν στο σύνολό τους επιστήμονες, εφευρέτες, φιλόσοφοι ή ικανοί στρατιωτικοί, φανερώνοντας τον ισοπεδωτικό, εξισωτικό και αντιαριστοκρατικό χαρακτήρα αυτού του τύπου εθνικισμού, ο οποίος εξυψώνει το σύνολο ( το οποίο και μετατρέπει σε μάζα) στην θέση που κατέχει μία μειοψηφία αρίστων. Ενός τύπου εθνικισμού που αγνοεί πως ανισότητες υπάρχουν και εντός των εθνών, καθώς κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και καταλαμβάνει την θέση που του αναλογεί στην κοινωνική διαστρωμάτωση· μία θέση που του δίνει την δυνατότητα να αναπτύξει πλήρως την προσωπικότητά του και τις δυνατότητές του, καθιστάμενος έτσι λειτουργικό και οργανικό τμήμα της κοινότητός του. Ενός εθνικιστικού χώρου που επικαλείται συνεχώς τον Πλάτωνα, αλλά που ξεχνά την αντιστοιχία των τριών τάξεων της Πλατωνικής πολιτείας, των τελείων φυλάκων, των επίκουρων φυλάκων και των δημιουργών με τα τρία τμήματα της ψυχής: του λογιστικού, του θυμοειδούς και του επιθυμητικού. Ενός «καταγωγικού εθνικισμού» όπως θα έλεγε και ο Ιούλιος Έβολα, ο οποίος αντί να μάχεται  για το πέρασμα από τον κόσμο του αστού (όπου κυριαρχεί το επιθυμητικό) σε έναν ανώτερο όπου θα κυριαρχεί ο νους συντονίζοντας τις άλλες δύο λειτουργίες, οδηγεί τελικώς στην ισοπέδωση. 

Μία παρουσίαση λοιπόν της διαδικασίας εισόδου των ινδοευρωπαϊκών πληθυσμιακών ομάδων στον ελλαδικό χώρο, θα ήταν χρήσιμο να συνοδευτεί  από μία αναφορά στην εξάπλωση αυτών τον ομάδων, από τις περιοχές τις Νοτίου Ρωσίας και της Ουκρανίας στην χερσόνησο του Αίμου και στις επαφές τους με τους πληθυσμούς που συνάντησαν στις περιοχές αυτές.

Κατά την ύστερη έβδομη χιλιετία π.Χ. αγροτικοί πληθυσμοί προερχόμενοι από την Ανατολία εξαπλώθηκαν στις ακτές του Βορείου Αιγαίου, στην Θράκη, στην ανατολική Μακεδονία, στη Θεσσαλία και προωθήθηκαν στο εσωτερικό των Βαλκανίων: στις κοιλάδες του Αξιού, του Μόραβα, του κάτω Δουνάβεως και βορείως του Δέλτα του Δουνάβεως (πολιτισμοί προ-Διμήνι, Καράνοβο Ι, Στάρτσεβο, Κρις-Κιόρος). Κατά την εξάπλωσή τους αυτή ήρθαν σε επαφή με τους παλαιότερους πληθυσμούς κυνηγών – τροφοσυλλεκτών, με τους οποίους κατά περιοχές ανεμείχθησαν και στους οποίους εξήσκησαν πολιτιστική επιρροή. Η αύξηση του πληθυσμού, η εξάπλωση και η πυκνότητα των οικισμών καθώς και η ανάπτυξη διαφόρων τεχνών, υποδεικνύουν πως για ένα διάστημα περίπου δύο χιλιάδων ετών, υπήρξε ανάπτυξη δίχως κάποια διακοπή ή αναστάτωση. Στην περίοδο αυτή εμφανίζεται ο πολιτισμός Κουκουτένι – Τριπολί στα εδάφη των σημερινών κρατών Ρουμανίας και Ουκρανίας και νοτιότερα, στην σημερινή Βουλγαρία ο πολιτισμός Γκουμέλνιτσα. Γύρω στο 4000 με 4500 π.Χ. φαίνεται πως υπάρχει διείσδυση στην περιοχή των Β.Α. Βαλκανίων, ομάδων που προέρχονται από τις στέπες που απλώνονται από τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου μέχρι την Κασπία, την επονομαζόμενη Ποντική-Κασπική περιοχή. Στην διαπίστωση αυτή συνηγορούν αρχαιολογικά ευρήματα όπως τα αλογόμορφα σκήπτρα (η σημασία του αλόγου στην ζωή, την οικονομία και την τελετουργία των φύλων της στέπας ήταν μεγάλη), καθώς και ένα νέο είδος ταφής, όπου ο νεκρός θάβεται μέσα σε ορθογώνιο ή κιβωτιόσχημο τάφο, σε ύπτια στάση με τα γόνατα ελαφρώς λυγισμένα και είναι χρωματισμένος με ώχρα. Άλλο στοιχείο είναι και η εμφάνιση μίας νέας τεχνοτροπίας στην κεραμική τέχνη, όπου χρησιμοποιούνται κομμάτια οστράκων και σχοινοειδής διακόσμηση. Και τα τρία προαναφερθέντα στοιχεία είναι νέα χαρακτηριστικά που προηγουμένως συναντώνταν μόνο στην στέπα, όπως στην περιοχή του Δνείπερου κατά την περίοδο Σρέντνυ Στόγκ και Νοβοντανίλοφκα. Από τον τύπο ταφής προέρχεται και ο όρος «πολιτισμός Κουργκάν» που συμπεριλαμβάνει τους πολιτισμούς Σαμάρα, Κβάλυνσκ, Σρέντνυ Στογκ, Ντνίπερ-Ντόνετς, Ουσάτοβο, Μάικοπ-Ντερέιβκα και Γιάμνα ή Γιαμνάγια. Ο όρος «Κουργκάν» είναι τουρκικής προελεύσεως και δηλώνει τον τύμβο· με τύμβο καλύπτονταν οι τάφοι στους πολιτισμικούς ορίζοντες που αναφέρθηκαν προηγουμένως, εκτός από τους τρεις πρώτους όπου δεν υπήρχε τύμβος (Σρέντνυ Στογκ) ή υπήρχε  ένας επιτάφιος λίθος ή ένα πολύ χαμηλό τεχνητό ύψωμα (Σαμάρα και Κβάλυνσκ). Τα αντικείμενα τα οποία έχουν ανακαλυφθεί στους αγροτικούς οικισμούς των Βαλκανίων και τα οποία φαίνεται να προέρχονται από την Ποντική-Κασπική περιοχή, υποδηλώνουν την εγκατάσταση εκεί, ποιμενικών λαών από την στέπα. Η οικοδόμηση οχυρώσεων δε, δείχνει πως αυτή η συμβίωση, ίσως να μην ήταν πάντοτε ειρηνική. Γεγονός πάντως είναι, πως δημιουργήθηκαν υβριδικές κοινότητες από την ανάμειξη αυτή γεωργικών με ποιμενικούς/ημινομαδικούς λαούς (πολιτισμοί Ουσάτοβο -3500-3000 π.Χ.- και Τσερναβόντα Ι – 4000 π.Χ. περίπου).

                                 (Οι τέσσερεις φάσεις Κουργκάν κατα την Marija Gimbutas)

 Κατά την διάρκεια τις τέταρτης χιλιετίας π.Χ. παρατηρείται από τους επιστήμονες, μία αναδιοργάνωση στις κοινωνικές δομές σε όλη την έκταση της Ν.Α. Ευρώπης, η οποία σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη οικισμών, την εκτόπιση προηγουμένων πολιτιστικών προτύπων, την απόσυρση σε σπηλιές, νησιά ή εύκολα οχυρώσιμα υψώματα και την οπισθοδρόμηση σε τεχνολογικό επίπεδο. Παραλλήλως συνεχίζονται οι εισβολές από την στέπα ομάδων που είναι φορείς του πολιτισμού Γιαμνάγια (3600-2200 π.Χ.), ο οποίος αποτελεί εξέλιξη των πολιτισμών Σρέντνυ Στογκ (μέσα 5ης- μέσα 4ης χιλιετίας) και Κβάλυνσκ (5η χιλιετία π.Χ.). Οι ομάδες Γιαμνάγια ήταν αρκούντως ευκίνητες, λόγω της χρήσεως του αλόγου και των αμαξών που έσερναν βόδια, ενώ θεωρούνται και οι πρόγονοι πολλών ινδοευρωπαϊκών γλωσσικών ομάδων. Συνακολούθως έχουμε την ανάδυση ενός νέου συμπλέγματος πολιτισμών, το οποίο καλύπτει την περιοχή από τα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου και την ενδοχώρα τους, την Α. Ευρώπη, μέχρι την Β.Δ. Ανατολία. Στο σύμπλεγμα αυτό περιλαμβάνεται ο πολιτισμός Εζερό (3300-2700 π.Χ.) στην Βουλγαρία, ο πολιτισμός Μπάντεν (3600-2800 π.Χ. Μοραβία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Δ. Ρουμανία, Α. Αυστρία) και πολιτισμός που αναδύεται αυτήν την περίοδο στην Τροία (Τροια Id-IIc).

Οι ενδείξεις για την μετακίνηση πληθυσμών από την στέπα προς τα Βαλκάνια, οι οποίες πριν την τρίτη χιλιετία ήταν σποραδικές, τώρα πληθαίνουν. Ταφές Κουργκάν που ανάγονται σε αυτήν την περίοδο, εμφανίζονται εκτός από την περιοχή του Δουνάβεως και στην Ρουμανία όπου οι νεκροί είναι πιο σωματώδεις και υψηλότεροι εώς και 10 εκ., στην Βουλγαρία και στην Γιουγκοσλαβία. Στην Ουγγαρία μόνο υπάρχουν πάνω από τρείς χιλιάδες Κουργκάν. Τα αντικείμενα που έχουν βρεθεί στους τάφους και περιλαμβάνουν αργυρά ενώτια και χάλκινες χάντρες, μας είναι γνωστά από ταφές στην στέπα.

 (Η εξάπλωση των προελληνικών ινδοευρωπαϊκών φύλων - από την "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" Τόμος Α' - Εκδοτική Αθηνών)


Όσον αφορά, την είσοδο των ινδοευρωπαϊκών πληθυσμιακών ομάδων στον ελλαδικό χώρο, η πλειοψηφία των μελετητών θεωρεί ως παλαιότερη πιθανή χρονολογία το 3100/3000 π.Χ. περίπου για τις βορειότερες περιοχές και το 2800 π.Χ. για το νοτιότερο τμήμα, περιόδους κατά τις οποίες ξεκινά η Πρωτοελλαδική Ι, η ανάδυση της οποίας σηματοδοτεί και την έναρξη της εποχής του Ορειχάλκου στην Ελλάδα. Οι Ινδοευρωπαίοι που κατήλθαν στον ελλαδικό χώρο συνάντησαν τους προηγούμενους κατοίκους του, οι οποίοι ανήκαν στο λεγόμενο μεσογειακό υπόστρωμα γενικότερα και σε λαούς όπως οι Έκτηνες, οι Κυλικράνες, οι Τυρρηνοί, οι Ετεοκρήτες και οι Λέλεγες. Στους μη ελληνικούς ινδοευρωπαϊκούς λαούς ανήκουν οι Αίμονες, οι Δρύοπες, οι Πρωτο-Αχαιοί, οι Καύκονες, οι Τέμμικες και οι Ύαντες. Οι Αίμονες μνημονεύονται ως πανάρχαιοι κάτοικοι της Θεσσαλίας και ο Μ. Σακελλαρίου τους θεωρεί ως φορείς στον ελλαδικό χώρο, ενός πολιτισμού που άνθισε στην ευρύτερη περιοχή του Αίμου, ο οποίος σχετίζεται και ετυμολογικά με το εθνωνύμιό τους, του πολιτισμού της Γκουμέλνιτσας. Ο Μ. Σακελλαρίου αποδίδει ινδοευρωπαϊκή καταγωγή και στους Πελασγούς, αλλά και στους Φοίνικες του Κάδμου. Στους πρώτους ετυμολογεί το όνομα από την ρίζα bel "ακμάζω, ανθώ, βλαστάνω" και osg(h)o "κλαδί", και συσχετίζει την ετυμολογία με τους μύθους που θέλουν τον Πελασγό να ανακαλύπτει την καλλιέργεια δημητριακών και την θρεπτική αξία των βελανιδιών. Στους δεύτερους αποδίδει Ηπειρωτική καταγωγή. Οι Δρύοπες αρχικά εντοπίζονται στην Ήπειρο, όπου και η περιοχή με την ονομασία Δρυοπίς, ενώ μετακινούνται κατά την μυκηναϊκή εποχή στην Κ. Ελλάδα, στην κοιλάδα του Σπερχειού από όπου σύμφωνα με τους μύθους θα εκδιωχθούν από τον Ηρακλή. Θα μεταναστεύσουν επίσης στο νότιο τμήμα της Εύβοιας και κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους θα κατοικήσουν και στην αργολική Ασίνη, την οποία κατά τις παραδόσεις τους παρεχώρησε ο Ευρυσθέας. Κατά τους ιστορικούς χρόνους θα εγκατασταθούν και στην Μεσσηνία, σε περιοχή την οποία τους παρεχώρησαν οι Σπαρτιάτες και θα ιδρύσουν και εκεί πόλη με την ονομασία Ασίνη. Οι Πρωτο-Αχαιοί θεωρείται πως είναι ο λαός που έδωσε στους ελληνόφωνους Αχαιούς το όνομά τους, καθώς και κάποιες λατρείες. Το εθνωνύμιό τους ετυμολογείται από την ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw που σημαίνει νερό και λατρείες που μετέδωσαν πρέπει να ήταν αυτή του Αχιλλέως ως θεότητος του υγρού στοιχείου και της Αχαίας. Πρέπει να κατοικούσαν στην Κ. Ελλάδα, στην περιοχή της Αχαΐας Φθιώτιδος, όπου το ελληνόφωνο φύλο τους απερρόφησε. Οι Καύκονες κατείχαν τμήμα της Δ. Πελοποννήσου, αλλά αργότερα θα πάψουν να υπάρχουν ως ξεχωριστό φύλο από την μυκηναϊκή ήδη εποχή. Μνημονεύονται στην Ιλιάδα όπως και στην Οδύσσεια, αλλά και από το Ηρόδοτο. Οι Τέμμικες και οι Ύαντες αναφέρονται ως παλιοί κάτοικοι της Βοιωτίας, πριν από την κατάκτησή της από τον Κάδμο και τους ακολούθους του.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Οἱ φθόγγοι τῆς σιγῆς



Σκοπός τοῦ ἀνθρώπινου βίου εἶναι κατά τήν ὡραίαν διατύπωσιν βιολόγου τῶν χρόνων μας, ἡ ἐπιστροφή εἰς τήν καθαράν ἰδέαν τοῦ ἀνθρώπου. Μέ ἄλλας λέξεις, ἡ τελειωτική ἀπαλλαγή ἀπό τό κτῆνος, ὁ ἀποχωρισμός ἀπό τάς δαιμονικάς δυνάμεις, τόν ὁποῖον ὡς διηνεκῆ προσπάθειαν δεικνύει ἡ φυσική ἱστορία. Ἀλλά καί οἱ μῦθοι τῶν λαῶν καί ὅλως ἰδιαιτέρως ἡ Ὀδύσσεια. Αὐτή εἶναι ὁ μῦθος τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ τοῦ κτήνους ἐντός τοῦ ἀνθρώπου ὡς φύσιν. Διά τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ ὑψωνόμεθα εἰς προσωπικότητα. Καί αὐτή σημαίνει μέτρον καί ἁρμονίαν διά τῆς προσεγγίσεως εἰς τήν πρωταρχικήν ἰδέαν, συμβολισμός τῆς ὁποίας εἶναι ὁ ἀπολεσθείς παράδεισος. Ὀμοιάζει πρός αὐλόν, διά τοῦ ὁποίου ἠχεί ἡ μουσική τοῦ Ἀπεράντου. Μέσα εἰς τήν ἐρημίαν του ηὗραν πάντοτε οἱ ἥρωες τῆς ανθρωπότητος τόν δρόμον των πρός τά ἄνω καί ἐβίωσαν ὡς ὑψίστην στιγμήν τῆς ζωῆς τήν φιλοξενίαν τοῦ Θεοῦ μέσα εἰς τἠν ψυχήν των. Κάθε ἀνθρώπου ἡ ζωή εἶναι προσδοκία τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Ὁ καθένας ἀπό ἡμᾶς περιμένει τό γράμμα τοῦ βασιλέως, ὅπως ὁ ἄρρωστος πρόσηβος τοῦ Ταγκόρε, πού καθισμένος εἰς τό παράθυρον προσβλέπει ἀδιάκοπα τό ἀπέναντι ταχυδρομεῖον. Καί εἰς τόν καθένα ἠμπορεῖ νά ἔλθη τό γράμμα αὐτό. Ἀρκεῖ νά φθάνη καμμιά φορά, διά μέσου τῶν ἀβύσσων τῆς ψυχῆς του, μέχρι τῆς ἠρεμίας ἐκείνης, ὅπου ἀκούομεν τούς φθόγγους τῆς σιγῆς. Ἀπό τήν σιγήν αὐτήν ἀπευθύνουν οἱ μεγάλοι πρός ὅσους δέν ἐτόλμησαν ἀκόμα τήν διαπαραίωσίν του τῶν διά μέσου τῶν ἀβύσσων ἐκείνων λόγια, πού γεννοῦν μέσα τους τήν προαίσθησιν τῶν φωτεινῶν κορυφῶν τοῦ Ἐπέκεινα. Ἡ προσόρμισις εἰς τό βασίλειον αὐτῆς τῆς σιγῆς ἐπιτυγχάνεται διά τοῦ βυθισμοῦ εἰς τόν ἑαυτόν μας. Καί αὐτός πάλιν κατορθώνεται διά τῆς ἐμβαθύνσεως εἰς τό πνεῦμα τῆς ἀνθρωπότητος, πού μᾶς ὁμιλεῖ ἀπό τήν φιλοσοφίαν καί τήν τέχνην, ἀπό τήν θρησκείαν καί τόν θρῦλον καί ἀπό τό θαῦμα τῆς ἀγάπης. Εἶναι οἱ λόφοι, πού χρειάζεται νά ἀναρριχηθῶμεν διά νά φθάσωμεν εἰς τήν κορυφήν. Διότι προσωπικότης εἶναι προσπάθεια καί ἀγών, ἀλλά καί ὁλοκλήρωσις διά τῆς εἰσδοχῆς τῶν τόνων τῆς πολυφθόγγου μουσικῆς τοῦ πνεύματος, πού ἀναμέλπεται ἀπό τά δημιουργήματα τῶν παντοειδῶν ἡρώων του. 


Εκ του βιβλίου του Ν.Ι.Λούβαρι "Νοσταλγικαί περιπλανήσεις", 
σειρά δευτέρα, Αθήνα 1949, ενότης "Τέχνη και ψυχή".