Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Herbert "Ritter" von Karajan




   Οφείλουμε να παραδεχτούμε πως αποτελεί περίλαμπρη νίκη των εχθρών μας η ταύτιση των ηττημένων στα πεδία των μαχών ιδεολογιών του Β’ Π.Π. με ό,τι πιο σαθρό, αρρωστημένο, παρακμιακό, και ποταπό γεννάει η φύση. Δυστυχώς, θα επιβεβαιωθούν πολλάκις από υποτιθέμενους «φορείς» όσων αυτές οι κοσμοθεωρίες και οι υπερασπιστές τους κληροδότησαν στον κόσμο αυτό. Σε αυτόν τον αντιστραμμένο πλέον πόλεμο, όπου ο εχθρός αρκείται πλέον στο να παρατηρεί τις συσπάσεις που προκάλεσαν τα πνευματικά και φυσικά ναρκωτικά στα θύματά του, οφείλουμε να ορθώνουμε το ανάστημά μας και να προβάλλουμε τα αληθή πρότυπα των Ιδεών μας, των οποίων το πανανθρώπινο έργο αδυνατούν να αποσιωπήσουν. Το μόνο που δύναται σε αυτές τις περιπτώσεις να κάνουν είναι να αποσιωπήσουν την συμμετοχή αυτών των προσωπικοτήτων στις μεγάλες επαναστάσεις του 20ου αιώνα.

   Μία τέτοια προσωπικότητα ήταν και ο ελληνικής καταγωγής Χέρμπερτ φον Κάραγιαν (Herbert von Karajan), ο κορυφαίος για πολλούς μαέστρος του 20ου αιώνα, ο οποίος έγινε μέλος του N.S.D.A.P. στις 8 Απριλίου του 1933 και παρέμεινε ενεργό μέλος έως το τέλος του πολέμου. Η τελευταία μάλιστα συναυλία την οποία διεύθυνε έλαβε χώρα στο Βερολίνο στις 18 Φεβρουαρίου του 1945, λίγους μήνες πριν το οριστικό τέλος του πολέμου, όταν και κατέφυγε στην προστασία του μεγάλου Ιταλού συνθέτη και μαέστρου Victor de Sabata, προσωπικού φίλου του Μπενίτο Μουσολίνι. Καθ’ όλη την μεταπολεμική του καριέρα, ο Κάραγιαν δυσφημίστηκε και πολεμήθηκε για το «εθνικοσοσιαλιστικό» του παρελθόν, αλλά το ταλέντο, το έργο και η προσφορά του στην Μουσική και τον Πολιτισμό υπήρξε τέτοια που εν τέλει θριάμβευσε, δίχως ποτέ να απαρνηθεί το παρελθόν του. Χαρακτηριστικό επίσης των μεγάλων αυτών προσωπικοτήτων υπήρξε και η εσωτερική αναζήτησή τους , κάτι το οποίο μεταξύ πολλών άλλων , οδήγησε και τον Κάραγιαν στον Βουδισμό και εν προκειμένω στο ΖΕΝ, ατραπό την οποία ακολούθησε στην βιωματική –πρακτική της μορφή, δίχως να αρκεστεί απλά σε θεωρητικές αναλύσεις. Βέβαια, στην τυπική της διάσταση και για λόγους παραδόσεως δεν απέκοψε την επαφή του με την εκκλησία και την θρησκεία του τόπου του.


   Δυστυχώς, πολλές φορές απεμπολούμε ποια Τέχνη, ποια Μουσική, ποιος Πόλεμος και ποια Γενιά είναι αυτή η οποία οικοδόμησε λίθο λίθο ένα τεράστιο οικοδόμημα , το οποίο ακόμα και αν κατάφεραν να γκρεμίσουν τα τείχη του, δεν έχουν καταφέρει ακόμη να συνθλίψουν την Ψυχή μίας επαναστάσεως που γεννήθηκε εντός τους και αγωνιά να ξεχυθεί στα νέα πεδία μαχών του 21ου αιώνα.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Peer Gynt




   Μία εξαιρετική έκδοση από τον οίκο Gutenberg κυκλοφόρησε προσφάτως και αφορά το θεατρικό έργο Πέερ Γκυντ του Ερρίκου Ίψεν. Πλήρης έκδοση, με εξαιρετικό πρόλογο και ιδιαιτέρως προσεγμένη μετάφραση.

   Αξίζει να επισημάνουμε πως ο «ΠΕΕΡ ΓΚΥΝΤ» αποτελεί έναν χαρακτήρα κατά βάση εκφράσεως αυτοβιογραφικών και βιωματικών εμπειριών. Τόσο από τον δημιουργό του, όσο και από όσους αγαπήθηκε μεταγενέστερα.   Έργο με ποικίλους συμβολισμούς και εσωτερικές αναζητήσεις, το οποίο αποτελεί πολλά περισσότερα από την «περιπετειώδη» ζωή κάποιου «άτακτου» Νορβηγού. Αποτελεί έκφραση ενός ψυχισμού εντόνως αντιδραστικού, αφελούς πολλές φορές, μα  και ηρωικού την ύστατη ώρα ο οποίος αφού έκανε τον «κύκλο» του αναζήτησε την λύτρωση και την αυτοπραγμάτωση. Ενός «κύκλου» ο οποίος  αυτός καθ’ αυτός ως γνήσιο τέκνο της υπάρξεως έπρεπε να πραγματωθεί όπως ακριβώς έγινε για να φθάσει εν τέλει καθ’ όσο ο Ήλιος ανατέλλει να αναπαυθεί στην φροντίδα μίας πρωταρχικής αγνότητος  εν ονόματι Σόλβαΐγ… Δίχως το ηλιακό στοιχείο να λείπει ακόμη και από το όνομά της.

   Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως υπήρξε αγαπημένο έργο του Ντίτριχ Έκαρτ ( Dietrich Eckart ) ο οποίος επίσης , όπως και ο Ίψεν , ανέφερε τις ομοιότητες του δικού του βίου με αυτού του Πέερ Γκυντ. Ο ίδιος ο Έκαρτ , μάλιστα, ανέβασε με μεγάλη επιτυχία την θεατρική αυτή παράσταση στην Γερμανία την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Επισήμανε , μεταξύ άλλων, και τις ομοιότητες του ψυχισμού και του βασιλείου των τρόλλ – ξωτικών με το Ιουδαϊκό στοιχείο στην Ευρώπη. 





   Η μεγαλοπρέπεια του θεατρικού αυτού έργου συμπληρώνεται και με την εξαιρετική μουσική επένδυση του Έντβαρντ Γκριγκ  ( Edvard Grieg ) , ο οποίος κατόπιν λεπτομερών εντολών του Ίψεν , συνέθεσε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του. 



Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Αριστεία και Τόλμη.

   

   Η δυσφήμηση προσωπικοτήτων, η δαιμονοποίηση της Πίστεως και των Ιδεών τους, η κατασυκοφάντηση και υποτίμηση του έργου τους καθώς  και η διαστρέβλωση της αλήθειας όχι μόνο ως προς τις προθέσεις, αλλά και την απτή ιστορική πραγματικότητα, απετέλεσαν πάγιες τακτικές των νικητών του Β’ Π.Π.
    Μία τέτοια πολεμική, τόσο εν ζωή όσο και μετά τον θάνατό του, δέχτηκε ο Reinhard Tristan Eugen Heydrich. Μία εξόχως Ευγενική σπορά της Γερμανικής φυλής, μία προσωπικότητα την οποία επ’ ουδενί  δεν δύναται να αψηφήσει κάθε υγιής επαναστατική ψυχοσύνθεση η οποία αγωνία να κρατά ψηλά το λάβαρο ενός πολέμου ενάντια στον αφανισμό και τον εξευτελισμό της Ευρώπης. Πόσους συμβολισμούς, αλλά και πόσες ενσαρκώσεις αυτών δυνάμεθα να διακρίνουμε πίσω από τον βίο του. Το όνομά του, γεννημένο από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις του πατέρα του ( Reinhard από την όπερα του πατέρα του Amen ), τον βαγκνερισμό του τελευταίου (Tristan) , αλλά και το σεβασμό στους προγόνους της οικογενείας ( Eugen από τον παππού του).  Από μικρός επέδειξε μέσα από τον συγκερασμό προδιαθέσεως και περιβάλλοντος  τις ικανότητές του στο σχολείο, την μουσική και την άθληση. Εξαίρετος βιολιστής, κολυμβητής, αλλά ακόμη καλύτερος ξιφομάχος. Ένας νέος φέρελπις , μεγαλωμένος σε μία εθνικιστικών φρονημάτων οικογένεια,  ο οποίος ακολούθησε τον δρόμο της πάλης. Συμμετείχε σε πρώιμες ομάδες Freikorps καθώς και σε άλλες πατριωτικές ομάδες. Ακολουθεί η εγγραφή του στο Ναυτικό και μία δεκαετής πορεία ως αξιωματικός  η οποία διακόπτεται κατόπιν αποπομπής του από τον Erich Roeder εξ αφορμής μίας ερωτικής περιπέτειας του νεαρού Heydrich.
   Το 1931 εντάσσεται στο NSDAP και ξεκινά μία μαχητική περίοδος προσφοράς μα και ανελίξεώς του στα SS. Πρωτεργάτης της SD ( Υπηρεσία Ασφαλείας ) και της GESTAPO (μυστική αστυνομία πόλεων) κατόρθωσε μέσω των χαρισμάτων του , αλλά και της εργατικότητάς του να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να κερδίσει τον σεβασμό του ίδιου του Αδόλφου Χίτλερ. Η θέση του ως επίτροπος στην Μοραβία – Βοημία τον Σεπτέμβριο του  1941 υπήρξε η απαρχή του τέλους του. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην βρεθεί τρόπος να ξεσπάσει το μένος των Βρετανών προς μία προσωπικότητα η οποία κατόρθωσε να ενσωματώσει στο νέο όραμα για την Ευρώπη τον Τσέχικο λαό. Πόσο μάλιστα όταν αυτή η προσωπικότητα προοριζόταν να μεταβεί και να αναλάβει επίτροπος στην Γαλλία. Μία αντίστοιχη υγιής και αποτελεσματική σύμπραξη μεταξύ Γερμανών και Γάλλων, θα αποτελούσε πιθανότατα ταφόπλακα για το μέλλον του καπιταλιστικού και κομμουνιστικού κόσμου. Κυκλοφορώντας στην Πράγα δίχως καν προσωπική ασφάλεια, με Τσέχους και Γερμανούς εργάτες των περιοχών αυτών  να τον θεωρούν ευεργέτη τους, το επίπεδο προσωπικής ασφαλείας για έναν άνθρωπο ο οποίος είχε συντελέσει στην οργάνωση της ασφάλειας όλου του Τρίτου Ράιχ , ήταν σχεδόν ανύπαρκτο. Η ίδια του η ηρωική  φύση ήταν αυτή η οποία τον οδηγούσε σε αυτό τον δρόμο, ο οποίος αποδείχτηκε, εν τέλει, μοιραίος. Στις  27 Μαΐου του 1942 ο Reinhard Heydrich διέρχεται με το αμάξι του από ενέδρα  εντεταλμένων του Λονδίνου  Τσέχων οι οποίοι ανοίγουν πυρ. Ανταποδίδοντας τα πυρά και τρέποντας σε φυγή τους υπηρέτες του Τσώρτσιλ κατέρρευσε από την αιμορραγία. Εξέπνευσε στις 4 Ιουνίου στα 38 του χρόνια. Υπήρξε ο μόνος ο οποίος μπορούσε να διαδεχτεί τον Αδόλφο Χίτλερ , για αυτό κατόρθωσε να πλήξει τόσο καίρια τον εχθρό, όχι φυσικά όπως η προπαγάνδα των νικητών επιθυμεί ψευδολογώντας να διαδώσει, μα ηθικά. Υπήρξε το νέο Ήθος , υπήρξε το νέο Πρότυπο. Ζωής, μα και Θανάτου.


Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Φυλή και Ηγέτης

Αυτός είναι ο λόγος, που για εμάς, η επιστροφή στην φυλή δεν μπορεί να σημαίνει απλώς μία επιστροφή στο αίμα – ιδίως σε αυτούς τους σχεδόν σκοτεινούς καιρούς, κατά τους οποίους έχουν λάβει χώρα σχεδόν ανεπανόρθωτες μείξεις. Θα πρέπει να σημαίνει επιστροφή στο πνεύμα της φυλής όχι υπό μία τοτεμική έννοια, αλλά υπό μία αριστοκρατική έννοια, το οποίο σημαίνει εν σχέσει με το αρχικό μικρόβιο της “μορφής μας”, του πολιτισμού μας.

Αν επομένως καταφάσκουμε την επιστροφή στην φυλή και την επιστροφή στην παράδοση, η ιδέα ωστόσο του Ηγέτου παραμένει στο επίκεντρο της συλλήψεώς μας. Μέσα στην ηλιακή ατομικότητά τους, οι Ηγέτες αντιπροσωπεύουν για εμάς τις απτές και ενεργές εκδηλώσεις του πνεύματος ως φυλή και της φυλής ως πνεύμα· είναι αναζωογονήσεις της αρχεγόνου ιδέας, κοιμώμενες στα βάθη του αίματος ως θεμέλια της “μορφής”, νικηφόρες επί του χάους και της ζωώδους φύσεως, οι οποίες φέρονται ενσυνειδήτως ή ασυνειδήτως, in potentia ή in actu εξ όλων των μελών του λαού, τα οποία δεν είναι εκφυλισμένα. Οι Ηγέτες αποκαθιστούν την ενδόμυχη ένταση , και αφυπνίζουν τα “θεϊκά” συστατικά, ενός μετασχηματισμένου αίματος. Εξ αυτού και η μαγεία μίας εξουσίας στην οποία δεν υπάρχει τίποτε το βίαιο και τυραννικό , αλλά μάλλον κάτι το βασιλικό· η μαγεία μίας δράσεως “δια της παρουσίας”, μίας αδαμάστου “δράσεως δίχως δράση”, wei-wu -wei κατά το κινεζικό ρητό. Εδώ βρίσκεται το μονοπάτι προς την αναγέννηση. Οι πολλαπλές δυνάμεις μίας φυλής, οι οποίες μοιραίως οδηγούνται στην αλλοίωση και στην διάλυση αν αποστερηθούν αυτήν την ενδόμυχη υποστήριξη και αφεθούν στην επιρροή υλικών, εθνικών και ακόμη και πολιτικών καταστάσεων, υπό τον στενό ορισμό, ξαναβρίσκουν εδώ ένα ισχυρό και ζων σημείο ενότητος και συμμετέχουν σε μία ανώτερη πραγματικότητα, κατά τον ίδιο τρόπο που συμβαίνει και όταν σε ένα ζωικό σώμα εμφυσηθεί ψυχή. 


Julius Evola, Heidnischer Imperialismus (1933)

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Παύλος Καρρέρ

Ο Παύλος Καρρέρ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσουργούς  του 19ου αιώνα.  Γεννημένος το 1829 στην Ζάκυνθο, όπου και απεβίωσε το 1896,  σπούδασε και εργάστηκε ως μουσικός σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μεταξύ άλλων, σπούδασε μουσική στην Αγγλία, την Ζάκυνθο, την Κέρκυρα και το Μιλάνο, όπου περί το 1850 παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στο θέατρο Carcano οι δύο σωζόμενες όπερές του Dante e Bice (Beatrice) και Isabella d’ Aspeno La Rediviva. Υπάρχουν αναφορές πως ενόσω βρισκόταν στην Κέρκυρα υπήρξε μαθητής του Μάντζαρου. Έγραψε πολλά τραγούδια, λειτουργική και οργανική μουσική, μουσική δωματίου, μα κυρίως έμεινε στην ιστορία για τις όπερές του, πολλές από τις οποίες δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί. Ο Παύλος Καρρέρ υπήρξε μία προσωπικότητα η οποία όχι απλώς εμπνεύστηκε από το Ελληνικό στοιχείο, αλλά έθεσε τις βάσεις θεμελιώσεως μία εθνικής μουσικής. Αντλώντας έμπνευση και θεματολογία από διάφορες εποποιίες της φυλής μας, κατόρθωσε να αναδείξει το Ελληνικό στοιχείο.  Όντας αναγκασμένος αρχικά να γράφει τις όπερές του στα Ιταλικά, ελλείψει Ελλήνων λυρικών τραγουδιστών, δεν αμελούσε να μεταφράζει τα έργα του και στην γλώσσας μας έως ότου συνέθεσε αμιγώς Ελληνικά μελοδράματα. Έργα του βρίσκονται διασκορπισμένα σε μουσεία και ιδρύματα της Ελλάδος και της Ιταλίας, ενώ αρκετά χειρόγραφά του έχουν καταστραφεί.


 Οι όπερες του : 

  1. Ντάντε ε Μπίτσε (Δάντης και Βεατρίκη)
  2. Ισαμπέλλα ντ’ Ασπένο (Ισαβέλλα του Άσπεν)
  3. Ρεντιβίβα (Η αναζήσασα)
  4. Μάρκος Μπότσαρης
  5. Φιόρ ντι Μαρία
  6. Η Κυρά-Φροσύνη
  7. Δέσπω η ηρωίς του Σουλίου
  8. Μαρία Αντωνιέττα (Μαρία Αντουανέττα)
  9. Μαραθών – Σαλαμίς 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣ (1911-1940) - Ο πρώτος νεκρός Έλληνας Αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού Πολέμου


Η ιστορία της θυσίας γραμμένη από τον Κώστα Τριανταφυλλίδη πολεμικό ανταποκριτή (1940-41)

«.Ψηλά πάνω στο Λυκοκρέμασμα, καθώς μεσημέριαζε και ο ουρανός καθάριος πια και ολογάλανος, γελούσε σαν ανοιξιάτικος, και η φάλαγγα ξετυλιγμένη στη βουνοκορφή, συνέχιζε τη γρήγορη πορεία της, αντήχησε ακόμη ψηλότερα, στο δροσερό αέρα, ένα βουητό που ολοένα ζύγωνε και δυνάμωνε. Φτερά μετάλλινα αστράψανε στον ήλιο.
Φαντάροι, πυροβολητές και καβαλλάρηδες, με σηκωμένο το βλέμμα, κοιτούσανε περίεργοι και ανήσυχοι.
- Τι να είναι τάχα; Δικά μας ή εχθρικά;
- Έχουνε σταυρό στην ουρά. ελληνικά είναι!..
- Είναι ιταλικά βομβαρδιστικά, είπε με ήρεμη βεβαιότητα ένας μελαχρινός νέος.
Στις επωμίδες του είχε τα δυο αστέρια του υπολοχαγού και από την ανοιχτή χλαίνη του, στο χιτώνιό του επάνω, φαινότανε το σήμα με τα ανοιχτά φτερά του επίκουρου παρατηρητή.
- Καλυφθήτε όλοι γρήγορα ! Πρόσταξε.
Οι άντρες κάμανε να σκορπίσουν.
- Μη φοβάστε! Φώναξε κάποιος. Προκηρύξεις ρίχνουν.
- Καλυφθήτε! Βομβαρδίζουν! Υψώθηκε επιτακτικότερη η φωνή του υπολοχαγού.
Τα άσπρα πραματάκια που, σα φυλλαράκια χαρτί, είχαν αιωρηθή για μια στιγμή κάτω από το αεροπλάνα, χαθήκανε ξαφνικά από το μάτι. Ένας στριγγός ήχος ξέσκισε τον αέρα κι έπειτα το βουνό δονήθηκε από τις εκρήξεις. Πέρα από τη στράτα, στην απότομη πλαγιά, οι βόμβες σκάσανε, ταράζοντας τους αντίλαλους ως τη Στρούντζα και το Τάλιαρο. Μέσα στα δέντρα και στους ψηλούς θάμνους είχανε σκορπίσει τώρα αξιωματικοί και στρατιώτες. Οι καβαλλάρηδες τραβούσανε τ' άλογά τους και οι πυροβολητές τα μουλάρια τους, για να τα καλύψουν.
Στο μονοπάτι επάνω έστεκε μόνος ο υπολοχαγός, με το βλέμμα στυλωμένο στα τρία αεροπλάνα, που απομακρύνονταν προς την ανατολή. Θα ξαναγυρίζανε τάχα να ρίξουνε κι άλλες βόμβες, να πυροβολήσουν; Ή μήπως είχαν άλλη αποστολή, σπουδαιότερη αλλού; Ο νεαρός αξιωματικός δεν έλεγε να ξεκολλήσει το βλέμμα από τα τρία σημάδια, που σβήνανε τώρα, χάνονταν στον ορίζοντα. Από τα Δωδεκάνησα, από τη Χάλκη και τη Ρόδο, είχε χρειαστεί να κάμει πολύ δρόμο για να αντικρύσει πάλι τον εχθρό, το μισητό τύραννο. Δώδεκα χρόνια είχε βαστάξει η πορεία για να φτάσει ο Αλέκος Διάκος από την ηλιολουσμένη και ήμερη και σκλαβωμένη πατρίδα στην άγρια Πίνδο, που τολμούσε τώρα να την πατήσει ο Ιταλός. Από ψηλά, πάλι στα σίγουρα, ο εχθρός του έδινε το πρώτο χτύπημα. Όμως, η μεγάλη στιγμή της ανταποδόσεως δεν μπορούσε, βέβαια, να βρίσκεται μακρυά.
Και ήταν, αλήθεια, πολύ κοντά η μεγάλη αυτή στιγμή, που η μοίρα του Διάκου την ήθελε λαμπρή και δοξασμένη, στιγμή αποθεώσεως..

».Η στράτα που ανεβάζει από τη Ζούζουλη στη Τσούκα, μόλις βγει από το χωριό, χώνεται σε μια δασωμένη ρεματιά και την ακολουθεί ως μισή ώρα δρόμο, μέχρις ένα εικονοστάσι, όπου φτάνεις ύστερα από μια δύσκολη ανηφοριά. Απ΄ εκεί συνεχίζεις, σκαρφαλώνοντας σε πλαγιές και ξαναπέφτοντας μέσα σε ρεματιές ως ένα διάσελο, που το περνάς αφήνοντας αριστερά σου και σε μικρή απόσταση τη ράχη Τσούκα, για να τραβήξεις πια κατά τη Φούρκα.
Στο εικονοστάσι ο υπολοχαγός Αλέκος Διάκος, διοικητής του 2 ου λόχου του 1/4, είχε στήσει τις προφυλακές του, κρατώντας πιο πίσω, μέσα στη ρεματιά, το λόχο ολόκληρο. Το παγερό σκοτάδι εκεί μέσα έκανε και τα κόκαλα ακόμα να αναριγούν.
- Ν' ανάψουμε φωτιές, κύριε υπολοχαγέ, είχανε ρωτήσει δειλά οι φαντάροι.
Φωτιές; Οι κανονισμοί το απαγόρευαν. Σε κάθε στιγμή μπορούσε να παρουσιασθεί ο εχθρός και οι φωτιές ήταν ενδεχόμενο να προδώσουνε τις θέσεις των τμημάτων. Η ρεματιά όμως ήτανε βαθιά. Και το ρουμάνι που τη γέμιζε πυκνό ούτε ανταύγεια θ' άφηνε να περάσει. Εξάλλου, ολόκληρη νύχτα μέσα σε τέτοια παγωνιά θ' αχρήστευε το λόχο.
- Ανάψτε όσες φωτιές θέλετε, απάντησε ο Διάκος.
 Ήτανε μεσάνυχτα περασμένα. Γερμένοι γύρω από τις φωτιές οι φαντάροι κοιμόνταν. Μόνο ο ρόγχος της ρεματιάς και κάπου-κάπου μακρυά, το σκούξιμο κανενός αγριμιού ταράζανε τη σιωπή.
Καθισμένος ανάμεσα στους κοιμισμένους στρατιώτες του, κοντά σε μιαν από τις φωτιές, με το βλέμμα χαμένο στη φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Διάκος αγρυπνούσε.. Σε λίγες ώρες, σε λίγα λεπτά ίσως, μια άλλη φωτιά θ' άναβε. Χρόνια τώρα, από μικρό παιδί, προς αυτή βάδιζε. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήτανε και το τέρμα του ταξιδιού. Θα έπρεπε όμως να είναι ωραίο το τέρμα.
Η φλόγα μπροστά του πέταξε μια μεγάλη διπλή γλώσσα που άνοιξε σαν αυλαία. Η στυλωμένη ματιά του είδε, σαν μέσα σε κρυστάλλινη μαγική σφαίρα, το νησάκι δίπλα στη Ρόδο ν' ασπροβολάει στον ήλιο της Μεσογείου, αγκαλιασμένο από τα γαλανά νερά. Εκεί στη Χάλκη, πριν από εικοσιεννιά χρόνια είχε αρχίσει το ταξίδι. Όλα εκεί κάτω ήτανε λευκά και γαλανά. Σαν τη Σημαία - την Ελληνική Σημαία. Όλα εκεί κάτω τα είχανε κάμει οι Θεοί ελληνικά. Κι όμως, τόσα χρόνια - τόσα χρόνια! - η καταχνιά της σκλαβιάς πάσχιζε να σβήσει μέσα στις ψυχές τ' άχραντα χρώματα. Το λευκό και το γαλάζιο.
Η μνήμη λοξοδρόμησε λίγο κι αμέσως μια άλλη σημαία έκαμε να ξετυλιχθεί και να ανεμίσει ανάμεσα στις πύρινες γλώσσες που ξάφνου ξανασήκωνε η φωτιά. Ήτανε στη Ρόδο. Κι αυτός ήτανε μαθητής στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο. Ένα πρωινό, το σχολείο είχε γεμίσει από Καραμπινιέρους, που φωνάζανε και χειρονομούσαν. Ιταλική - λέγανε - είναι η Δωδεκάνησος. Ιταλική για πάντα και τούτο έπρεπε να το νιώσουνε καλά όλοι. Και τα σχολεία ήτανε ιταλικά κι έπρεπε να σηκώσουνε την ιταλική σημαία. Αμέσως δάσκαλοι και μαθητές υποχρεωθήκανε να μαζευτούνε για να χαιρετίσουνε την έπαρση του λαβάρου που συμβόλιζε τη σκλαβιά τους.
Στην πορτοκαλιά ανταύγεια της φωτιάς τ' όμορφο πρόσωπο του Έλληνα αξιωματικού πήρε μια σκληράδα, φάνηκε ν΄ αγριεύει.
Τη στιγμή που η τρίχρωμη μπαντιέρα υψωνόταν στο κοντάρι, κάτι ασυγκράτητο είχε ξεσπάσει μέσα του. Την οργή του την είχε φωνάξει. Τον πιάσανε αμέσως οι Ιταλοί και τον σύρανε στην καραμπινιερία.
- Μικρό παιδί είναι, άμυαλο και δεν ξέρει τι κάνει..
Τα παρακάλια αυτά των φρονίμων και των τρομαγμένων τον είχαν επαναστατήσει περισσότερο από κάθε τι άλλο. Θα προτιμούσε να μείνει χρόνια στο μπουντρούμι παρά να ιδεί δικά του αγαπημένα πρόσωπα, Έλληνες, να εξευτελίζονται για να σωθούν. Θα ερχόταν όμως η μέρα της εκδικήσεως, που θα ήταν και η μέρα του λυτρωμού. Το ήξερε - και με πόση βεβαιότητα! - από τότε. Τώρα ένιωθε πως η μέρα δεν θα μπορούσε να είναι μακρυά. Κι ας φαινόταν ο ουρανός τόσο σκοτεινός τώρα. Κι ας βάραινε τις ψυχές η αγωνία. Αυτός ένιωθε πως η μεγάλη ώρα ζύγωνε.
Τότε τον πλησίασε ένα παλικάρι.
- Λέτε να μας έρθουν απόψε οι Ιταλοί, κύριε υπολοχαγέ;
- Ποιος ξέρει Λευτέρη, αποκρίθηκε ο Διάκος.
- Μακάρι. Όσο νωρίτερα αρχίσει το πανηγύρι, τόσο το καλύτερο. Τα νεύρα σπάει αυτή η αβεβαιότητα.
- Μη στεναχωριέσαι δε θα βαστάξει πολύ.
Ο Διάκος κοίταξε συλλογισμένος το νεανικό πρόσωπο του συντρόφου του, που σκυμμένος ανασκάλευε τη φωτιά. Φαινότανε γερό παλληκάρι ο Λευτέρης Ντάσκας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, διμοιρίτης στο 2ο λόχο του 1\4 . Θα πολεμούσε τάχα σαν αληθινό παλληκάρι1 Τούτο η μάχη μόνο θα το έδειχνε. Στη μάχη φανερώνονται οι άνδρες.
Το βλέμμα του Διάκου ξαναχάθηκε μέσα στις φλόγες. Η μια απορία είχε φέρει την άλλη: Ο ίδιος - ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο - ο ίδιος τι θα έκανε τάχα όταν θ' άναβε η μάχη; Πρώτη φορά θα γνώριζε αληθινό πόλεμο. Η μεγάλη και αποφασιστική δοκιμασία ανάμεσα σε ποιους θα τον έταζε;
Δε θέλησε να βασανίσει πολλή ώρα τη σκέψη του, Ξένοιαστα έδιωξε την απορία . Ήταν η αποστολή του, δυνατότερη από κάθε τι άλλο, αίσθημα ή περίσταση, να πολεμήσει. Ήτανε το καθήκον του, που ελεύθερα αυτός, δίχως καμιά επιφύλαξη, το είχε δεχτή όταν έδινε τον όρκο, ως εύελπις πρώτα το 1930, ως αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού αργότερα το 1934. Περήφανες μέρες εκείνες! Τ' όνειρο των παιδικών χρόνων γινόταν πραγματικότητα. Θυμήθηκε πως είχε φύγει το 1929 από τη Ρόδο. Πως μέχρι την τελευταία στιγμή έτρεμε η καρδιά του μήπως οι Ιταλοί μαντέψουνε το μυστικό του και τον κρατήσουνε για πάντα αιχμάλωτο στα σκλαβωμένα νησιά. Θυμήθηκε έπειτα τη σκληρή μελέτη στην Αθήνα, για να μπει στη Σχολή. Τις εξετάσεις, την επιτυχία: Εύελπις, ανθυπολοχαγός, υπολοχαγός, επίκουρος παρατηρητής της αεροπορίας. Το χέρι του γλύστρησε κάτω από τη χλαίνη και χάιδεψε το σήμα με τ' ανοιχτά φτερά. Ήτανε και τούτο μια επιτυχία, μια τιμητική διάκριση. Τον είχανε ξεδιαλέξει ανάμεσα στους πολλούς για να του το δώσουν.
Τα βλέφαρά του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, Οι φλόγες μπροστά του παίρνανε παράξενα σχήματα. Η νύχτα έπρεπε να είναι πολύ προχωρημένη. Τα μάτια του Διάκου σφάληξαν.
.Μια ντουφεκιά έπεσε, έπειτα μια άλλη, κι έπειτα ξέσπασε ένα βρόντημα, σαν έκρηξη χειροβομβίδας, που το ακολουθήσανε ριπές και πυκνότερο ντουφεκίδι.
Τα ξαπλωμένα κορμιά, γύρω από τις φωτιές ανακάθισαν.
Οι Ιταλοί!
Ο Διάκος ήτανε κιόλας ορθός κι έτρεχε προς τις προφυλακές, φωνάζοντας στους διμοιρίτες του να συγκεντρώσουν τους άντρες.
Στο εικονοστάσι επάνω, οι λάμψεις των πυροβολισμών ξεσχίζανε τη νύχτα. Ένας λοχίας κατατόπισε γρήγορα το Διάκο. Μέσα στο σκοτάδι και τη σιγή, βήματα και ομιλίες ακατάληπτες είχαν ακουστή πάνω στη στράτα. Στο πρόσταγμα του σκοπού καμιά απόκριση δεν είχε δοθεί. Σαν έπεσαν όμως οι πρώτες ντουφεκιές από τη δική μας πλευρά, οι νυχτερινοί επισκέπτες είχαν απαντήσει με χειροβομβίδες και αυτόματα.
Τώρα ωστόσο καμιά αντίδραση δεν εκδηλωνόταν στα πυρά του φυλακίου. Ο Διάκος πρόσταξε να σταματήσει το ντουφεκίδι. Ο Ντάσκας έφτανε κιόλας με τους άντρες του.
Αμίλητοι όλοι περίμεναν, κρατώντας την ανάσα τους, με τ' όπλο έτοιμο στο χέρι. Κάπου, μακρυά, προς το Γάβρο, ακούστηκαν ντουφεκιές και ριπές. Κι εκεί όμως τα πυρά σταματήσανε γρήγορα. Πέρασε ώρα, ο ουρανός στην ανατολή άρχισε να γαλακτώνει, δίχως τίποτα να ξαναταράξει την ησυχία των βουνών. Κανένας όμως δεν είχε ξαναγυρίσει στις φωτιές, που έσβηναν αργά μέσα στη ρεματιά.
Η Τσούκα όρθωνε τώρα τη δασωμένη ράχη της μπρος στους φαντάρους του 2 ου Λόχου του 1/4 Τάγματος. Εδώ και κάμποσα λεπτά τα πολυβόλα είχανε σωπάσει εκεί πάνω. Κάτι θα είχανε παρατηρήσει οι Αλπίνι και, ταμπουρωμένοι στις ψηλές πλαγιές, κρυμμένοι μέσα στα δέντρα και πίσω από τους βράχους, περίμεναν..
Γρήγορα σκαρφάλωναν οι φαντάροι, ακροβολισμένοι, με το Διάκο μπροστά. Αμίλητοι όλοι, μ' εκείνο το σφίξιμο στην καρδιά, που νιώθει και ο πιο γενναίος, σαν περιμένει ν' ακούσει την πρώτη σφαίρα να σφυρίζει.
Και ξαφνικά, πάνω από τους φαντάρους που προχωρούσαν, ξέσπασε, δαιμονικό, το κροτάλισμα των ιταλικών οπλοπολυβόλων και πολυβόλων. Μελίσσι φτάσανε από παντού οι ριπές, σπαράζοντας τον αέρα. Οι σφαίρες θερίζανε τα φύλλα των δέντρων και τσακίζανε μ' ένα ξερό κρότο τα κλαριά.
Δυο-τρεις φαντάροι σωριαστήκανε με βογγητά. Οι άλλοι κοντοσταθήκανε διστακτικοί, Μερικοί κάμανε να καλυφτούν.
Η φωνή του Διάκου ακούστηκε επιτακτική, άγρια:
- Μη σταματάτε παιδιά!
Ο ίδιος τάχυνε το βήμα. Δίπλα του, τρέχοντας, σκαρφάλωνε ο Λευτέρης Ντάσκας.
Οι φαντάροι ακολούθησαν.
Τα πυρά του εχθρού γίνονταν ολοένα πυκνότερα. Οι Αλπίνι προσπαθούσανε τώρα να δημιουργήσουνε αποτελεσματικότερο φραγμό ρίχνοντας χειροβομβίδες.
- Παιδιά εφ' όπλου λόγχη! Πρόσταξε ο Διάκος.
Άστραψε το Ελληνικό ατσάλι. Έλαμψε και η μορφή του Διάκου.
Ναι, αυτή τη στιγμή - αυτή τη στιγμή! - ονειρευόταν πάντα: Αυτός μπροστά και από κοντά οι στρατιώτες του, τα παλληκάρια του, με τη λόγχη στ' όπλο για την Ελλάδα!
Πρώτος ρίχτηκε μέσα στις εκρήξεις των ιταλικών χειροβομβίδων. Οι φαντάροι χυμήξανε μαζί του, πατήσανε τις ιταλικές θέσεις. Ανεβοκατεβήκανε τα όπλα με τις λόγχες. Ύστερ από λίγα λεπτά ο Διάκος έπιανε την κορφή.
Δεν πρόλαβε όμως να ξανασάνει ο Λόχος, να εγκατασταθεί πάνω στη ράχη. Με μανία οι Αλπίνι ανταποδώσανε το χτύπημα. Οι Έλληνες δεν μπορέσανε να κρατηθούνε στις θέσεις που μόλις είχανε καταλάβει.
Στα ριζά του βουνού, ο Διάκος μάζεψε τους φαντάρους του. Τα μάτια του, φλογισμένα φαίνονταν μεγαλύτερα.
- Πρέπει να το ξαναπάρουμε το ύψωμα, είπε. Δεν είναι μόνο ζήτημα φιλότιμου να μην αφήσουμε τους Ιταλούς να μας εξευτελίσουν. Αλλά στη μάχη αυτή κρίνεται ίσως η τύχη της Πατρίδας. Ο Δαβάκης δεν μπορεί να προχωρήσει αν εμείς δεν καθαρίσουμε το βουνό. Πάμε, παιδιά! Πρέπει να δείξουμε πως είμαστε αληθινοί Έλληνες!
- Πάμε, κύριε υπολοχαγέ!
Πάλι με τη λόγχη οι φαντάροι ακολούθησαν.
Η Τσούκα κυριεύτηκε για δεύτερη φορά.
Ο Διάκος βιαζότανε τώρα να στεριώσει καλά πάνω στην κορφή. Αλλά και πάλι δεν πρόλαβε. Το ιταλικό πυροβολικό από τη Φούρκα και οι όλμοι του εχθρού κάμανε για κάμποση ώρα τη ράχη της Τσούκας κόλαση, όπου κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Κι αμέσως έπειτα οι Αλπίνι εξαπολύσανε νέα λυσσασμένη αντεπίθεση και ξηλώσανε και αυτή τη φορά τους φαντάρους του 1/4 από την κορφή.
Κάτω από τα πυρά των ιταλικών αυτομάτων όπλων, που χτυπούσανε καταιγιστικά τις προσβάσεις της Τσούκας, ο Διάκος ανασυγκρότησε τις διμοιρίες του και τις παρέσυρε σε τρίτη έφοδο προς την κορφή. Εκεί πάνω κατάραχα, οι φαντάροι ήρθανε στα χέρια με τους Ιταλούς. Γαντζωμένοι στα βράχια, οι Αλπίνι πολεμήσανε με άγριο πείσμα. Τη στιγμή που λυγίζανε, τους ήρθαν ενισχύσεις. Ο Διάκος και ο Ντάσκας κάνανε σα θηρία στην προσπάθειά τους να κρατηθούνε με το λόχο πάνω στην Τσούκα. Οι Ιταλοί όμως τους σπρώξανε προς τη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, όπου τελικά τους έριξαν.
Λαχανιασμένος, με ξαναμμένο πρόσωπο, με το χιτώνιο ξεσχισμένο, ο Αλέκος Διάκος ξαναμάζεψε για τρίτη φορά τους στρατιώτες του.
Ο ίδιος κρατούσε τώρα το μάνλιχερ ενός σκοτωμένου φαντάρου.
Όσοι από σας είστε άντρες , θάρθετε μαζί μου!
Τα ιδρωμένα πρόσωπα των φαντάρων φανερώνανε κούραση και αποκαρδίωση. Δεν είναι μικρή δουλειά να κυριέψεις τρεις φορές την ίδια θέση, τρεις φορές να τη χάσης, κάθε φορά να έχεις αφήσει εκεί κορμιά συντρόφων σου και να σου λένε αμέσως να ξαναρχίσεις .
- Να ξανασάνουμε, κύριε Υπολοχαγέ. μουρμούρισε κάποιος.
Ούτε στιγμή! Αν ξανασάνουμε εμείς, θα ξανασάνουν και οι Ιταλοί. Και τότε δεν θα την πάρουμε ποτέ την Τσούκα. Μια τελευταία προσπάθεια χρειάζεται παιδιά! Μην την αρνηθήτε..
Αναπτυχθήκανε ξανά οι φαντάροι και. Αργά, κινήσανε κατά πάνω, προς τα ιταλικά οπλοπολυβόλα, που δε λέγανε να σταματήσουνε ούτε στιγμή.
Η ώρα ήτανε δώδεκα. Ένας ολόχρυσος ήλιος μεσουρανούσε..
Η φωνή του Διάκου αντήχησε πάλι:
Εμπρός με τη λόγχη!
Μόνο ο Ντάσκας και λιγοστοί φαντάροι τον ακολούθησαν τούτη τη φορά. Ο λόχος είχε χάσει την ορμή του.
Αυτό λοιπόν θα ήτανε το τέλος, το άδοξο τέλος; Θα μένανε εκεί κουρνιασμένοι, με τους Ιταλούς νικητές από πάνω τους; Όχι! Δεν μπορούσε να γίνει αυτό.
Εμπρός παιδιά! Εμπρός! Για μιαν Ελλάδα ! Για μια μεγάλη Ελλάδα ! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Η κραυγή δεν έμοιαζε να βγαίνει από ανθρώπινα στήθια. Ήτανε κάτι αλλόκοτο.
Για μια μεγάλη Ελλάδα, για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο !
Οι φαντάροι ορθώθηκαν όλοι.
Μαζί σου λεβέντη!
Η πρώτη γραμμή των Αλπίνι σαρώθηκε.
Ο Διάκος βρέθηκε κατάφατσα με ένα ιταλικό πολυβολείο.
Προσέξτε κύριε υπολοχαγέ! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ένα κροτάλισμα ακούσθηκε. Δίπλα στο Διάκο ένας φαντάρος έπεσε.
Θέριεψε ο Διάκος. Πίσω από τις πέτρες που είχανε στήσει με τη συνηθισμένη μαστοριά τους οι Αλπίνι, φαίνονταν οι χειριστές του Φίατ. Ορθός ο Διάκος σημάδεψε με το τουφέκι κι έριξε. Έπειτα όρμησε.
Το ξερό κροτάλισμα αντήχησε πάλι..
Ο Διάκος σταμάτησε. Τ' όπλο του έφυγε από τα χέρια..
Για την Ελλάδα. για τη Δωδεκάνησο - την πάλλευκη Δωδεκάνησο μέσα στη γαλάζια θάλασσα.
Το πολυβόλο εξακολουθούσε να βάλλει. Ο Διάκος τέντωσε το ανάστημά του. Κάτι πήγε να φωνάξει - μια τελευταία ίσως προσταγή στους φαντάρους του. Από τα χείλη του όμως δε βγήκε φθόγγος. Απότομα, σα να τον είχε χτυπήσει κεραυνός, ο ήρωας σωριάστηκε άψυχο κορμί - πρώτος Έλληνας αξιωματικός που έπεφτε στη μάχη της Πίνδου, στη μάχη της Ελλάδος.
Μας φάγανε τον υπολοχαγό! Φώναξε ο Ντάσκας.
Ήταν οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε. Καθώς ριχνόταν κατά το μέρος όπου είχε πέσει ο Διάκος, μια ριπή τον σώριασε και αυτόν νεκρό..
Η Τσούκα έμεινε τη μέρα εκείνη στα χέρια των Ιταλών. Η νίκη όμως ανήκε στο Διάκο.
Απερίσπαστα και ανενόχλητα πια από εχθρικά πυρά στο πλευρό τους - πάνω στη Τσούκα οι Αλπίνι είχανε τώρα όλη την προσοχή τους καρφωμένη στην κατεύθυνση της Ζούζουλης - τα τμήματα του δεξιού του Νότιου συγκροτήματος μες το Δαβάκη επικεφαλής, είχαν εξορμήσει από τη Μαρδίτσα και κυρίευαν την ίδια μέρα τον Προφήτη Ηλία Φούρκας και την επόμενη τη Φούρκα, αφανίζοντας τις δυνάμεις που είχε αφήσει εκεί ο Τζιρόττι. Ταυτόχρονα, στο βόρειο τομέα, Ο Μεσίρης και ο Γεωργιάδης παίρνανε, ύστερα από σκληρή μάχη, τη Λυκορράχη.
Πάνω όμως στην αιματοποτισμένη ράχη της Τσούκας, ο εχθρός είχε ιδεί, για πρώτη φορά από τη μέρα της εισβολής, να ξεσπάει έτσι εναντίον του η πολεμική μανία της οργισμένης Ελλάδος. Και. θορυβημένος από την ξαφνική αγριότητα του χτυπήματος, από ην ορμή και το πείσμα του Διάκου και των φαντάρων του, βέβαιος πως πίσω από τη δράκα αυτή των παλληκαριών έπρεπε να υπάρχουν στη Ζούζουλη μεγάλες ελληνικές δυνάμεις έτοιμες να συνεχίσουνε την επίθεση, ο Τζιρόττι χαλάρωνε για τρεις ολόκληρες ώρες την πίεσή του στο Ρωμιό, έστρεφε τα πυρά των πυροβόλων και των όλμων του προς τη Τσούκα, έστελνε ενισχύσεις εκεί έχανε πολύτιμο χρόνο. Και, όταν τέλος οι Αλπίνι του 8 ου Συντάγματος σπάσανε την αντίσταση του Πανταζή και περάσανε το Ρωμιό και ξεχυθήκανε προς τη Σαμαρίνα και το Δίστρατο, ήτανε πια πολύ αργά γι αυτούς: οι πλαγιοφυλακές τους που σπεύσανε για να καταλάβουν τη διάβαση της Σκούρτζας, πάνω από το Δουτσικό, τη βρήκανε πιασμένη από το Δημάρατο και την πρωτοπορία της Ταξιαρχίας του, που πριν λίγα μόλις λεπτά είχανε φτάσει . Κι από τη Σκούρτζα περάσανε τις επόμενες ημέρες οι δυνάμεις που το Β΄ Σώμα μάζευε αδιάκοπα στα Γρεβενά - οι δυνάμεις που εγκλωβίσανε τον όγκο της «Τζούλια» στο Δίστρατο, ενώ ο Στανωτάς ανέβαινε με τη Μεραρχία του από το Μέτσοβο και, επάνω, από το Γράμμο ως το Σμόλικα, ο Βραχνός έκλεινε την υποχώρηση στον εχθρό και αντιμετώπιζε και τσάκιζε κάθε προσπάθεια του Πράσκα να σώση τους Αλπίνι του.
Έτσι το Β΄ Σώμα, έβλεπε τα τολμηρά όνειρά του να γίνονται πραγματικότητα. Και πριν καν περάσουνε δέκα μέρες από την ώρα της θυσίας του Διάκου, ο παιάνας της μεγάλης νίκης του Έθνους ακουγόταν ως τα πέρατα του κόσμου.
Σα μυθικός ήρωας, νέος, γεμάτος υγεία και ομορφιά σκοτώθηκε ο Διάκος. Σκοτώθηκε πάνω στα ψηλά βουνά της Πίνδου, στις επάλξεις της Πατρίδας του, μεθυσμένος από την πίστη του και τον ενθουσιασμό του. Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα - για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι από μας έχουν αντρίκια ψυχή.
Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέκου Διάκου πάνω σ' ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα.
Τα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή, μήπως, η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;
Στο μικρό κοιμητήριο της Ζούζουλης, αναπαύεται ο Αλέκος Διάκος από τη Δωδεκάνησο.
Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι ελληνική.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Εμείς τουλάχιστον, ονειρευτήκαμε κάτι σπουδαίο




Έκανα κάποια τεράστια σφάλματα. Αλλά τι ακριβώς αποτελεί πολιτικό σφάλμα; Όταν κοιτώ πίσω, έχω ένα μόνο συναίσθημα: μια απέραντη λύπη. Λύπη για το ότι δεν επιτύχαμε, για το ότι δεν μπορέσαμε να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη ικανή να κυριαρχεί στο σύμπαν για πάντα, που θα αναδείκνυε τους λευκούς λαούς χάρη στην υπεροχή του πνεύματος. Και όταν βλέπουμε τι βρίσκεται στην άλλη πλευρά, τι έδωσε η νίκη των αντιπάλων μας εδώ και 30 χρόνια, αυτήν την αναρχία που επικρατεί στον κόσμο, αυτήν την παρακμή των λευκών λαών, αυτήν την εξαθλίωση σε κάθε πτυχή του κόσμου· όταν αντικρύζουμε στα ίδια μας τα κράτη την παρακμή των αξιών, την καταστροφή της πατρίδος, την καταστροφή της οικογένειας, την αποσύνθεση της κοινωνικής ευταξίας· όταν αντικρύζουμε αυτήν την ακόραστη επιθυμία για υλικά αγαθά που έχει αντικαταστήσει την ιερή φλόγα της ιδέας που μας ενέπνεε, τότε, ειλικρινά, μεταξύ των δύο, διαλέξαμε την σωστή πλευρά. Η μικροπρεπής και άθλια Ευρώπη του σήμερα, της παρηκμασμένης Ενιαίας Αγοράς, δεν μπορεί να προσφέρει ευτυχία στους ανθρώπους. Η καταναλωτική κοινωνία δηλητηριάζει την ανθρωπότητα παρά την εξυψώνει. Επομένως, εμείς τουλάχιστον από την πλευρά μας, ονειρευτήκαμε κάτι σπουδαίο, και έχουμε μόνο μία επιθυμία: αυτό το φλογερό πνεύμα να αναγεννηθεί. Με όλη μου την δύναμη, μέχρι την τελευταία στιγμή της ύπαρξής μου, θα παλεύω γι' αυτό. Ώστε αυτό που κάποτε αποτέλεσε τον αγώνα και το μαρτύριό μας, κάποια μέρα να αποτελέσει την αναγέννηση. 

Léon Degrelle


Απόσπασμα ομιλίας του Léon Degrelle από το ντοκιμαντέρ Le Volksführer που γυρίστηκε κατά την διάρκεια της μεταπολεμικής του εξορίας στην Ισπανία.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Ψυχολογία των όχλων



Υπερβολή και απλότητα των συναισθημάτων των όχλων

Τα συναισθήματα, καλά ή άσχημα, που εκδηλώνει ο όχλος, παρουσιάζουν αυτόν τον διπλό χαρακτήρα, πως είναι πολύ απλά κια πολύ υπερβολικά. Στο σημείο αυτό, όπως και σε τόσα άλλα, το άτομο του όχλου, μοιάζει με τους πρωτόγονους. Αδυνατώντας να συλλάβει τις αποχρώσεις, βλέπει τα πράγματα συνολικά και δεν γνωρίζει μεταβατικές καταστάσεις. Στον όχλο η υπερβολή ενός συναισθήματος εντείνεται από το γεγονός πώς, διαδιδόμενο ταχύτατα με την υποβολή και τη μετάδοση αυξάνει τη δύναμή του σημαντικά, με την επιδοκιμασία που συναντάει.
Η απλότητα και η υπερβολή των συναισθημάτων των όχλων τους προφυλάσσουν απ' την αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Η παραμικρή υποψία που εκφράζεται μεταμορφώνεται παρευθύς σε ασυζήτητη βεβαιότητα. Μαι αρχή αντιπάθειας ή αποδοκιμασίας, που, στο απομονωμένο άτομο μόλις και θα υπογραμμιζόταν, γίνεται παρευθύς άγριο μίσος στο άτομο του όχλου. 
Η βιαιότητα των συναισθημάτων των όχλων γίνεται υπερβολική, στους ετερογενείς προπαντός όχλους, απ' την απουσία ευθύνης. Η βεβαιότητα του ατιμώρητου, που είναι εντονώτερη, όσο ο όχλος είναι πολυαριθμώτερος και η αντίληψη για μια σημαντική στιγμιαία ισχύ οφειλόμενη στον αριθμό, καθιστούν φυνατά στην ομάδα συναισθήματα και πράξεις αδύνατες για το μεμονωμένο άτομο. Στους όχλους ο ηλίθιος, ο αγροίκος και ο φθονερός λυτρώνονται απ' το συναίσθημα της μηδαμινότητάς τους και της αδυναμίας τους, που το αντικαθιστά η αντίληψη μιας κτηνώδους, εφήμερης, και όμως τεράστιας δύναμης. 
Η υπερβολή, στους όχλους, εκδηλώνεται δυστυχώς συχνά στα κακά ένστικτα, αταβιστικά υπολείμματα των ενστίκτων του πρωτόγονου, που ο φόβος της τιμωρίας υποχρεώνει το μεμονωμένο και αναλογιζόμενο την ευθύνη του άτομο να τα περιστέλλει. Έτσι εξηγείται η ευκολία των όχλων να φτάνουν ως τις χειρότερες υπερβολές. 
Επειδή ο όχλος επηρεάζεται μόνο απ' τα υπερβολικά συναισθήματα, για τούτο ο ρήτορας που επιθυμεί να τον συναρπάσει πρέπει να χρησιμοποιήσει ως το σημείο κατάχρησης βίαια επιχειρήματα. Να υπερβάλει, να διαβεβαιώνει, να επαναλαμβάνει και να μην επιχειρεί ποτέ να αποδείξει τίποτα με τη λογική, αυτή είναι η μέθοδος της συνηθισμένης επιχειρηματολογίας των ρητόρων στις δημόσιες συγκεντρώσεις. 
[...]
Είναι περιττό να προσθέσουμε πως η υπερβολή του όχλου αναφέρεται μόνο στα συναισθήματα, και με κανέναν τρόπο στη διάνοια. Από μόνο το γεγονός πως το άτομο βρίσκεται στον όχλο, το διανοητικό του επίπεδο πέφτει σημαντικά. 

Τα μέσα δράσης των δημαγωγών : η διαβεβαίωση, η επανάληψη, η μετάδοση

Η καθαρή και απλή διαβεβαίωση απογυμνωμένη από κάθε συλλογισμό κι από κάθε απόδειξη αποτελεί ένα σίγουρο μέσο για να εισχωρήσει μια ιδέα στο πενύμα των όχλων. Όσο πιο λακωνική και πιο απογυμνωμένη από ενδείξεις και αποδείξεις είναι η διαβεβαίωση, τόσο μεγαλύτερο κύρος έχει. Τα θρησκευτικά βιβλία και οι κώδικες όλων των εποχών ενήργησαν πάντοτε μ' απλές διαβεβαιώσεις. Οι πολιτικοί που καλούνται να υπερασπίσουν μια οποιαδήποτε πολιτική υπόθεση, οι βιομήχανοι που προπαγανδίζουν τα προϊόντα τους με διαφημίσεις, γνωρίζουν την αξία της διαβεβαίωσης. 
Η τελευταία αυτή όμως δεν αποκτάει πραγματική επιρροή παρά μόνο όταν επαναλαμβάνεται συνεχώς και όσο γίνεται περισσότερο με τους ίδιους όρους. Ο Ναπολέων έλεγε πως μόνο μια σοβαρή μορφή ρητορικής υπάρχει, η επανάληψη. Το βεβαιωμένο πράγμα καταλήγει, με την επανάληψη, να καθιερωθεί στα πνεύματα σαν μια αποδεδειγμένη αλήθεια. 
[...]
Όταν μια διαβεβαίωση επαναλήφθηκε αρκετά, με ομοθυμία στην επανάληψη, σχηματίζεται αυτό που ονομάζουν ρεύμα της κοινής γνώμης και επεμβαίνει ο ισχυρός μηχανισμός της μεταδοτικότητας. Στους όχλους, οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι συγκινήσεις, η πίστη κατέχουν μια μεταδοτική δύναμη έντονη όπως τα μικρόβια. Αυτό το φαινόμενο παρατηρείται και σ' αυτά τα ζώα όταν είναι σε αγέλη. [...]
"Όμοιος με τα ζώα ο άνθρωπος είναι φυσικά μιμητικός. Η μίμηση αποτελεί μια ανάγκη γι' αυτόν, υπό τον όρο, βέβαια, να είναι εύκολη η μίμηση, κι' απ' αυτήν την ανάγκη γεννιέται η επιρροή της μόδας. Ή για γνώμες πρόκειται, ή για ιδέες, ή για φυσιολογικές εκδηλώσεις, ή απλώς για φορεσιές, πόσοι είναι εκείνοι που τολμούν να φύγουν από την κυριαρχία τους; Τους όχλους τους οδηγούν με πρότυπα και όχι με επιχειρήματα. Σε κάθε εποχή, ένας μικρός αριθμός ατομικοτήτων αποτυπώνουν τη δράση τους που την μιμείται η μάζα. Αυτές οι ατομικότητες όμως δεν πρέπει να ξεφεύγουν πολύ από τις αποδεγμένες ιδέες. Τότε θα γινόταν πολύ δύσκολη η μίμησή τους και η επίδρασή τους θα ήταν μηδαμινή. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο οι άνθρωποι που είναι υπερβολικά ανώτεροι από την εποχή τους δεν έχουν γενικά καμία επίδραση σ' αυτήν. Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Και για τον ίδιο λόγο πάλι οι Ευρωπαίοι, μ' όλα τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού τους, ασκούν μια ασήμαντη επίδραση στους λαούς της Ανατολής" (Gustave le Bon: Ο άνθρωπος και οι κοινωνίες).  


Gustave le Bon, Η ψυχολογία των όχλων