Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Knut Hamsun

Νορβηγός συγγραφέας (1859-1952)· χαρακτηρίστηκε από τον νορβηγό βασιλιά Χαακόν VII ως "η ψυχή της Νορβηγίας" και θεωρείται πνευματικός απόγονος του Nietzsche και του Dostoyevsky.
Η ζωή ήταν σκληρή για τον Knut Pedersen από το Hamsund της Νορβηγίας. Στα 9 του χρόνια χωρίστηκε από την οικογένειά του και ζούσε με τον θείο του, ο οποίος τον κακομεταχειριζόταν και τον άφηνε να λιμοκτονεί, γεγονός που όπως ο ίδιος ο Hamsun δήλωσε του προκάλεσε αρκετές διαταραχές στην υγεία· μάλιστε είχε παρομοιάσει τον θείο του με την Αγγλία, ως την παλιά αποικιακή μεγάλη δύναμη και τον εαυτό του με την Γερμανία που αναζητούσε τον ζωτικό της χώρο!
Το 1874 κατάφερε να ξεφύγει από τον θείο του, έκανε διάφορες δουλειές για να κερδίζει τα προς το ζην, ταξίδεψε στην Αμερική κι άρχισε το συγγραφικό του έργο με το βιβλίο "Ο Αινιγματικός Άνδρας : Μια ερωτική ιστορία από την Βόρειο Νορβηγία. Η αναγνώρισή του ήρθε με το περίφημο έργο "Η Πείνα" (1890), ένα ψυχολογικό και σε αρκετά σημεία αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα στο οποίο εξερευνώνται τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και λογικής. Ένα από τα κεντρικά μοτίβα που συναντά ο αναγνώστης στα έργα του Hamsun είναι αυτό του περιηγητή, του περιοδεύοντος ξένου, του ιδιόρρυθμου και αντικοινωνικού ασκητή του αστικού και αγροτικού περιβάλλοντος που αγωνίζεται να βρει τον εαυτό του ακολουθώντας τον δικό του προσωπικό δρόμο. Μέσω του αστείρευτου λυρισμού του και της ειλικρινούς προσεγγίσεως των κοινωνικών δεδομένων της εποχής του εξέφρασε τον έντονο προβληματισμό του για την απομάκρυνση των σύγχρονων ανθρώπων από τις ρίζες και τις παραδόσεις τους, για τον εκφυλιστικό εκμοντερνισμό και την διαβρωτική της ανθρώπινης ψυχοσυνθέσεως αστυφιλία. Ακόμα, σημαντική θέση κατέχει στα έργα του, κυρίως στην "Ευλογία της Γης" για το οποίο βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1920 και στον "Πάνα", η αγάπη του για την φύση· εξύμνησε την μυστικιστική πλευρά της φύσεως και τον παραδοσιακό τρόπο διαβιώσεως προβάλλοντας τον φυσικό και μεταφυσικό δεσμό ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος αλλά και παρουσιάζοντας τον άνθρωπο ως οργανικό στοιχείο αυτού και όχι ως εξουσιαστή του.
Ο Hamsun έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για την Γερμανία και την γερμανική κουλτούρα, ενώ απεχθανόταν τον αγγλικό ιμπεριαλισμό και την Σοβιετική Ένωση· επηρεασμένος από τον Nietzsche και ακολουθώντας τον έντονο αντισημιτισμό του τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του χιτλερικού καθεστώτος. Υποστήριξε ένθερμα το εθνικιστικό-φασιστικό κόμμα της χώρας του, Εθνική Ένωση, το οποίο και κυβέρνησε κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943, κατόπιν μιας συναντήσεως που είχε με τον Josef Goebbels, o Ηamsun του απέστειλε ως δώρο κι ένδειξη θαυμασμού το βραβείο Νόμπελ που του είχε απονεμηθεί. Μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την νίκη των συμμαχικών δυνάμεων, ο 84χρονος πλέον συγγραφέας συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη με τις κατηγορίες της υποστήριξης και συνεργασίας με τους Ναζί και καταδικάστηκε σε εγκλεισμό σε ψυχιατρική κλινική και στο υπέρογκο για την εποχή πρόστιμο των 325 000 κορώνων.



Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Το βέλος


…Προτού το βλέμμα χαμηλώσει και ο νους αρχίσει να παραμερίζεται χάριν της ασκήσεως, στην τελευταία βαθειά εισπνοή όπου ο θώραξ και η πλάτη οδεύουν προς την ορθή περήφανη αυτοκρατορική θέση τους, ένα βέλος ρίχνεται προς τον ουρανό…


Σώμα, κάθισμα, βέλος, ρουνικός συμβολισμός αποτελούν εργαλεία σκέψεως, διαμορφώσεως εικόνων, νοητικές προσεγγίσεις τα οποία κάθε συνεπής τεχνίτης, κατόπιν της εκτελέσεως της εργασίας του τα παραμερίζει. Έκτοτε ξεκινά το μονοπάτι των Αρίων..


Η πορεία ενός βέλους προς τον ουρανό αποτελεί το συνειδητό τρόχισμα των δεσμών ενός Αρίου με τον νοητό και κυρίως υλικό κόσμο, χάριν της αναζητήσεως των υψηλοτέρων αιθέριων κενών, όπου θα του δοθεί ο απαραίτητος ζωτικός χώρος σποράς και καρποφορίας των ανθών της φωτίσεως δια την μετέπειτα ορθή οικοδόμηση ολόκληρου του κελύφους της φυσικής του παρουσίας. Όσο περισσότερο πειθαρχήσει στην πάλη και τις κακουχίες, στην εργατικότητα και τον μόχθο, τόσο περισσότερο θα σκληρύνουν τα δάχτυλα και οι μύες του για το τέντωμα των ινών. Όσο περισσότερο ανηφορίσει, στα σισύφεια μαρτύρια της καθημερινότητος τόσο τα πόδια του θα δυναμώνουν και θα δύναται να σταθεί ακλόνητος ακόμη και στην άκρη του γκρεμού για να τοξεύσει. Όσο περισσότερο διεισδύσει στην δυτική θεώρηση, τόσο θα αυξηθεί η οξυδέρκεια διάκρισεωςς των φαινομενικώς αόριστων συντεταγμένων στοχεύσεως.


Κατόπιν, σαστισμένος στέκεται και παρακολουθεί την πορεία. Δεν πατάει εκείνος στην γη , μήτε το βέλος ταξιδεύει στον ουρανό. Βέλος και ασκητής αποτελούν μία ενότητα. Ενυπάρχουν στο ίδιο μονοπάτι με μόνη διαφορά πως το βέλος θα φθάσει στιγμιαία σε κάποιο «ύψος» και εν συνεχεία οι μοριακές του δομές θα διασπασθούν πλήρως και θα διαχυθούν στους ουρανούς, ενώ ο Άριος θα κατηφορίσει από την θέση του συνεχίζοντας το γκρέμισμα και το χτίσιμο του οικοδομήματός του. Θα στραφεί προς την τίγρη που αγωνιά να ιππεύσει και στον κόσμο των ερειπίων όπου θα πολεμήσει για να υπάρξει και να δημιουργήσει. Μία τεραστίων δυνάμεων, κυρίως ελκτικών, παγίδα, αποτελεί η νοητική φυλάκιση στην στιγμή της μεγίστου υψομετρικής αποστάσεως όπου βρέθηκε βέλος και τοξότης. Εκείνο το «παρόν», έκτοτε αποτελεί παρελθόν και εναντιώνεται στην βιωματική αντίληψη της ζωής και του αγώνος, η οποία επιτάσσει την ύπαρξη του ατόμου στο «τώρα». Το μόνο το οποίο απομένει, αποτελώντας βεβαίως ανεκτίμητη νίκη, είναι το «οξυγόνο» που εισπνεύσθηκε από την ψυχή, το συνειδητό και το ασυνείδητο -εκείνη την στιγμή - και το οποίο ταξίδευσε εντός των αναπνευστικών οδών του πολεμιστή έως ότου η εκπνοή του το αποβάλλει. Ίσως ο χρόνος κατά τον οποίο βιώνεται μία αληθής κατάσταση, είναι απειροστά μικρότερος από εκείνον που διαρκεί μία αναπνοή. Για την Αρία κοσμοθέαση όμως, ολόκληρη η ζωή, αποτελεί πρόσφορο πεδίο βιωματικής ασκήσεως αυτής ακριβώς της καταστάσεως, και όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο. Το παρελθόν αποτελεί ένα πεπερασμένο χρονικό σύνολο και η ζωή πεπερασμένο σύνολο εμπειρικών γεγονότων και καταστάσεων. Η ουσία της αγωνιστικότητος, όμως, και του ηρωικού στοιχείου εις κάθε πτυχή της ζωής έγκειται στην δύναμη και την θέληση της υπάρξεως της Φλόγας την παρούσα στιγμή. Η πυρά της εσώτερης εξεγέρσεως δεν δύναται να σβήσει, παρά μόνον να σκεπαστεί από την τέφρα περασμένων χρόνων η οποία σκεπάζει επιμελώς τα εναπομείναντα πυρακτωμένα καρβουνιάσματα. Εφόσον όμως δοθεί η απαραίτητη «καύσιμη ύλη» , τότε δύναται ξανά να αποτελέσει Φωτιά. Αυτή , βεβαίως, αποτελεί και την γοητεία κάθε αληθούς βιώματος, ιδανικού ή θεωρήσεως. Κατόπιν της αρχικής εμφανίσεως, απαιτείται μονάχα η δύναμη και η θέληση τοξεύσεως διά την συλλογή των προς ριπή εις την πυρά υλών…

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

Η Ασπίδα του Αχιλλέως


Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Studies in Comparative Religion την άνοιξη του 1976

Του Gerard Casey

Η αντανάκλαση του αδημιουργήτου στο δημιουργηθέν, αναγκαστικά παρουσιάζει τον εαυτό της υπό διάφορες όψεις· ακόμη και υπό μία απροσδιόριστη ποικιλία όψεων, κάθε μία από τις οποίες έχει κάτι το συνολικό και το πλήρες, έτσι ώστε να υπάρχει μία πολλαπλότητα θεάσεων του κόσμου που κάθε μία είναι εξίσου πιθανή και γνήσια, εφόσον όλες τους πηγάζουν από τις καθολικές και αμετάβλητες αρχές.

Titus Burkhardt

Σε κάθε ασπίδα υπάρχει μία άλλη πλευρά, κρυμμένη.

A.N. Whitehead

Στην Ησιόδεια αφήγηση των κοσμικών εποχών, που έχει διασωθεί στο αρχαίο κείμενο το οποίο είναι γνωστό σε εμάς ως «Έργα και Ημέραι», ο ποιητής περιγράφει εν συντομία την εποχή των ηρώων. Μας λέει ότι οι ήρωες ήταν «κατά πολύ ευγενέστεροι» από τους άμεσους προκατόχους τους, και ότι κατ΄ αυτόν τον τρόπο αντέστρεψαν για ένα διάστημα, την κατωφερή πορεία της ιστορίας προς τον εκφυλισμό τον οποίον περιέγραφε. Οι ήρωες αντικατόπτριζαν στις φύσεις τους κάτι από την δομική ολότητα των ανθρώπων στην Χρυσή Εποχή. Ήταν σαν ο ποταμός του χρόνου να είχε κυλήσει για μία στιγμή πίσω στον εαυτό του, με σύντομες δίνες, παγιδευμένος στις αναμνήσεις της πηγής του. Και αυτή η πράξη αναμνήσεως δημιούργησε, όπως κάνουν όλες αυτές οι πράξεις, ευτυχέστερα πεπρωμένα για πολλούς ανθρώπους, σε σχέση με την κοινή μοίρα αυτών που είχαν γεννηθεί στην εποχή που είχε μόλις παρέλθει. Διότι αυτοί οι άνθρωποι του χαλκού, άνθρωποι αχόρταγοι για πόλεμο και βία είχαν αλληλοκαταστραφεί και βυθιστεί στον Άδη – «…ανώνυμοι κι ο θάνατος, κι ας ήταν τρομαχτικοί, τους πήρε ο μαύρος, κι άφησαν το λαμπρό το φως του ήλιου…» Τότε: « …ο γιος του Κρόνου έκανε, πιο δίκαιο και πιο ευγενικό, των ανθρώπων ηρώων το θείο γένος, που ονομάζονται ημίθεοι, την προηγούμενή μας γενιά πάνω στην άπειρη γη. Κι αυτούς ο κακός ο πόλεμος και οι σκληρές συγκρούσεις, άλλους κάτω από την εφτάπυλη Θήβα, τη γη του Κάδμου, αφάνισε να πολεμάνε για τα κοπάδια του Οιδίποδα κι άλλους στα καράβια πάνω απ’ τον μεγάλο κόλπο της θάλασσας στην Τροία πηγαίνοντάς τους για την ομορφόμαλλη Ελένη. [Εκεί άλλους του θανάτου το τέλος σκέπασε και σ’ άλλους] Χωριστά απ’ τους ανθρώπους βιος και τόπους δίνοντας ο Δίας ο γιος του Κρόνου τους έβαλε ο πατέρας να κατοικούν στα πέρατα της γης. Κι αυτοί κατοικούν έχοντας ανέγνοιαστη ψυχή (θυμόν) στα νησιά των μακαρίων κοντά στο βαθύδινο Ωκεανό, ευτυχισμένοι ήρωες… και ο Κρόνος τους κυβερνάει*».

Οι ήρωες ήταν άνδρες, γεννημένοι σε έναν κόσμο διαλυμένο από την βία της Εποχής του Χαλκού και αναγκαστικά ήταν πολεμιστές, πολεμιστές όμως που δεν λησμονούσαν ποτέ τους θεούς οι οποίοι είναι παντοτινοί. Ήταν άνδρες που «ύψωναν τα χέρια τους προς του απέραντους ουρανούς προσευχόμενοι» και προσεύχονταν «ώστε ο πόλεμος και η σύγκρουση να παύσουν ανάμεσα στους ανθρώπους». Ήταν κατά κύριο λόγο άνδρες απλοί, παθιασμένοι, απερίσκεπτοι. Οι αρετές τους ήταν οι αρετές των πολεμιστών – φιλαλήθεια και θάρρος. Η κοσμοθέασή τους ήταν αυτή του πολεμιστή: «Ο Θεός είναι μέρα-νύχτα, χειμώνας-καλοκαίρι, πόλεμος-ειρήνη, κόρος-λιμός…» « ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πάντων βασιλιάς. Κι άλλους τους αναδεικνύει θεούς κι άλλους ανθρώπους, άλλους τους κάνει δούλους κι άλλους ελεύθερους…» «το όνομα του τόξου είναι βίος αλλά το έργο του θάνατος…» αυτά είναι τα λόγια του Ηρακλείτου, του φιλοσόφου που είδε βαθύτερα στην καρδιά του ήρωος. Θα έχουμε στην συνέχεια την ευκαιρία, να ανακαλέσουμε στην μνήμη μας περισσότερο από μία φορά τα κατακερματισμένα ρητά του Ηρακλείτου που έχουν φτάσει ως εμάς.

Σε αυτόν τον κόσμο του πολέμου και της ειρήνης, ανάμεσα στο ζήτημα της δουλείας και της ελευθερίας, ο χαρακτήρας ενός ανδρός είναι η μοίρα του. Ο ήρωας, είναι ο άνθρωπος που επεξεργάζεται το πεπρωμένο του, επικεντρώνοντας εν αληθεία και θάρρος, στο πύρινο στοιχείο μέσα στην ίδια του την ψυχή: διότι αυτό το πύρινο στοιχείο στην ψυχή του, είναι αντανάκλαση του θεϊκού δημιουργικού πυρός, το οποίο καθιστά του κόσμους υπαρκτούς. Στην μάχη το σώμα του ήρωος προστατεύεται από την ασπίδα, και η ψυχή του από αυτό που συμβολίζει η ασπίδα – την ολότητα της κοσμοθεάσεώς του. Επιζητώντας να μοιραστούμε ως έναν βαθμό αυτήν την θέαση, μπορούμε να προσφύγουμε στην περιγραφή που δίνεται στον Όμηρο, προς το τέλος της ραψωδίας Σ της Ιλιάδος, περί της σφυρηλατήσεως της ασπίδος του Αχιλλέως.

Η ασπίδα σφυρηλατείται από τα στοιχειώδη μέταλλα – χρυσός, άργυρος, χαλκός, κασσίτερος – από τον θεϊκό τεχνίτη Ήφαιστο, τον θεό της φωτιάς. Έτσι ο κόσμος σφυρηλατείται από το αείζωο θεϊκό πυρ, το οποίο αιωνίως διαφοροποιεί τον εαυτό του στα πολλά, και την ατελείωτη επιστροφική κίνηση των πολλών στον εαυτό του. Αυτή η κοσμική διαδικασία επιστροφής εκ των συγκρούσεων των πολλών, και της παλινορθώσεως που απαιτείται από την Δικαιοσύνη, της ισορροπίας στην πηγή, είναι πόλεμος του οποίου η απόρροια είναι ειρήνη. Το αείζωο πυρ έχοντας ως κέντρο αυτό καθεαυτό πέραν όλων των κόσμων, βρίσκεται στην καρδιά όλων των κόσμων, από αυτό ρέει κάθε κίνηση, κάθε ζωή, κάθε γνώση. Είναι το Αιώνιο: «αυτό το οποίο δεν δύει ποτέ», αυτό το οποίο στο τέλος κάθε κοσμικής εποχής καταστρέφει το παλιό και φλογίζει το νέο. Μπορεί αληθινά να αποκληθεί με άλλα ονόματα όπως Ζευς, δικαιοσύνη, σοφία, λόγος. Είναι ταυτοχρόνως πρόθυμο και απρόθυμο να αποκληθεί έτσι. Πρόθυμο, διότι τέτοια ονόματα αντανακλούν ποιότητες της φύσεώς του, απρόθυμο, διότι κατ’ ουσίαν κείτεται πέρα από κάθε τέτοια ποιότητα. Το θεϊκό αυτό πυρ καθιστά υπαρκτό τον δομημένο κόσμο.

Ο Ομηρικός πολεμιστής φαντάζεται τον κόσμο ως σφαίρα. Κατά μήκος του οριζοντίου διαμετρικού πεδίου, εκτείνεται ο επίπεδος δίσκος της γης, περικυκλωμένος από τα αχανή ρεύματα του Ωκεανού – αιωνίως ρέοντος πίσω στον εαυτό του. Η γη καλύπτεται από τον αντεστραμμένο θόλο του υπερκόσμου – έναν χάλκινο[1] θόλο, κατά μήκος του οποίου κινούνται ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, από την έγερσή τους από τον Ωκεανό στα ανατολικά, ως το βασίλεμά τους στον Ωκεανό στα δυτικά. Η γη στηρίζεται στον υπό-κόσμο του Ερέβους και του Άδη, με τις βαθύτερες ρίζες της στους κόλπους του Ταρτάρου. Κάπου στο ανώτερο ημισφαίριο του υπερκόσμου, λάμπει το τριπλό φως του Εμπύρου**· τα χάλκινα τείχη του Ταρτάρου περικλείονται από τριπλά σκοτεινά στρώματα νυχτός. Η κοσμική σφαίρα στηρίζεται σε έναν εξωτερικό τροχό σκότους και φωτός, ο οποίος με τις περιστροφές του αντικατοπτρίζει τους κύκλους της γενέσσεως και του θανάτου σε όλα τα επίπεδα της υπάρξεως, από τον κόσμο τον ίδιο μέχρι κάθε τι που γεννιέται μέσα σε αυτόν. «Διότι η ίδια αιτία που μας φέρνει το φως του ήλιου μας φέρνει και το σκότος του Άδη». Εντός του κύκλου της γης, οι ατομικές ψυχές κινούνται κατά τον θάνατο προς τα ρεύματα του Ωκεανού, όπου έλκονται προς τον υπό-κόσμο, ώστε να αναδυθούν σε νέες καταστάσεις μέσα στον κύκλο της γης*** – ή μετά από προσωρινή διαμονή στις Νήσους των Μακάρων, μπορεί να προσελκυστούν επάνω, προς τον υπέρκοσμο και στην συνέχεια στον Έμπυρο· δηλαδή, σε μία κατάσταση υπάρξεως πέρα από τους κύκλους του κόσμου.

Αυτά τα ταξίδια της ψυχής καθορίζονται από την φύση της, ως αντανακλάσεως του θεϊκού πυρός. «Της ψυχής τα πέρατα όσο και να βαδίσεις, δεν μπορείς να τα βρεις, ακόμα κι αν ακολουθήσεις όλους τους δρόμους. Τόσο βαθύ νόημα έχει…». Έτσι ο ήρωας ζει και πεθαίνει, επιζητώντας να διατηρήσει το ψυχικό του πυρ άσβεστο, να επιστρέψει με τον θάνατο πέρα από τους κύκλους των κοσμικών πυρών, στο αείζωο θεϊκό πυρ: την μία πηγή και τέλος των πάντων. Ο βίος του επιζητεί να είναι μία συνεχής πράξη αναμνήσεως αυτής της πηγής: μία αφύπνιση από τον ύπνο της λήθης, από τον θάνατο της υπέρτατης λήθης. Και το ξεψύχισμά του, ως επιστροφή στην πηγή, συμβολίζεται με την νεκρική τελετουργία της θυσίας του με φωτιά.

Κάπως έτσι είναι το όραμα του κόσμου που χρησίμευε ώστε να προστατεύει και να προασπίζει την ψυχή του Ομηρικού ήρωος, και να την διατηρήσει μέσα στην αιώνια ζωή. Και η Ασπίδα του Αχιλλέως είναι το σύμβολό του, εξαιτίας και αυτού που τονίζει και αυτού που παραλείπει[2]. Η σφυρηλατημένη ασπίδα δεν περιέχει στην δομή της καθόλου μαύρο σίδηρο, διότι η ψυχή του Αχιλλέως, δεν προορίζεται να αντιμετωπίσει το θανάσιμο βάρος της εποχής που θα έλθει. Η ασπίδα του είναι φτιαγμένη από χρυσό και άργυρο, από χαλκό και κασσίτερο, διότι πρέπει να συγκρατεί μέσα της, δομημένες σε προστατευτικό σχήμα, όλες τις ως και την εποχή στην οποία ο ίδιος ζει, εγγενείς στην κοσμική διαδικασία μεταλλικές επιρροές. Παραλείπεται επίσης από την ασπίδα, οποιαδήποτε αναπαράσταση του υποκόσμου· η προσοχή του ήρωος κατευθύνεται και επικεντρώνεται στην γη, όπου πρόκειται να διαρρυθμίσει το πεπρωμένο του, και στον υπέρκοσμο προς τον οποίο κατευθύνονται οι φιλοδοξίες του.






Και ποιες όψεις του κόσμου απεικονίζονται στην ασπίδα για την αποδοχή, την τέρψη και την προστασία του πολεμιστού; Η πλατιά γη η ίδια και πάνω από την γη οι περιστροφικές κινήσεις του ακάματου ήλιου, του γεμάτου φεγγαριού και οι αστερισμοί κατά μήκος του ουρανού. Και κάτω από αυτές τις υψηλές παρουσίες, οι πόλεις των ανθρώπων, όπου υπάρχουν γάμοι και πυρφόρες πανδαισίες και χορός και τραγούδι. Και τα χωράφια των ανθρώπων, όπου υπάρχει το όργωμα, η σπορά και ο θερισμός, οι αμπελώνες και το γλυκό σαν μέλι κρασί και το τέλος του καλοκαιριού πριν το πλησίασμα του χειμώνα, με την ηχούσα λύρα και τις εκλεπτυσμένες φωνές αγοριών, που τραγουδούν το τραγούδι του Λίνου. Οι τρόποι της ειρήνης.

Αλλά και τα μονοπάτια του πολέμου επίσης· άνδρες και σκυλιά, τοποθετημένοι σε έναν απειλητικό κύκλο γύρω από λιοντάρια, τα οποία καταβροχθίζουν έναν ταύρο· νεαροί, θύματα ενέδρας, σφαγιαζόμενοι καθώς παίζουν τους αυλούς τους ανάμεσα στα κοπάδια τους, στα περάσματα ορμητικών ποταμών. Γυναίκες και παιδιά και ηλικιωμένοι στα τείχη απειλούμενων πόλεων.

Και οι προστασίες του νόμου – επίλυση της διαφωνίας ειρηνικά. Ο λαός συγκεντρωμένος για να παρακολουθήσει ένα ζήτημα ανθρωποκτονίας και τον τρόπο συμβιβασμού – ηλικιωμένοι άνδρες, καθήμενοι σε λαξευμένους λίθους σε έναν κύκλο που απεικονίζει τους κύκλους του κόσμου και εγειρόμενοι ώστε να μιλήσουν με την σειρά – οι ράβδοι στα χέρια τους ανακαλούν στην μνήμη όσων είναι παρόντες, τον Ερμή, τον αγγελιοφόρο του Διός – καθώς επιζητούν δίκαιη κρίση.

Για όλα αυτά, τα έργα και τις ημέρες των ανθρώπων, την ασπίδα που σφυρηλατείται από τον Ήφαιστο για τον Αχιλλέα, επιτάσσεται μία συγκεκριμένη χαρούμενη αποδοχή – μία αποδοχή της φυσικής τάξεως των πραγμάτων υπό τον ουρανό, μίας τάξεως που ανακύπτει από τον συντονισμό αντιθέτων τάσεων, όπως του τόξου και της λύρας.

Και γύρω από την γη – «γύρω από το ακραίο χείλος της καλοσφυρηλατημένης ασπίδας» - ρέει ο αιωνίως κυκλοτερής θεϊκός ποταμός Ωκεανός. Ρέει από την πηγή του, στο σημείο ανατολής του ήλιου: ύδωρ - κατά τον ορισμό του Θαλή[3]- εκ του αειζώου πυρός. Ωκεανός, ο δημιουργός κάθε γενομένου, ο εμπνευστής κάθε καταστροφής, τα ζωογόνα ύδατα κάθε πιθανότητος που ρέουν στο λυκόφως, όπου το κατωφερώς καθρεπτιζόμενο φως του υπερκόσμου συναντά την ανωφερή σκιά και το σκοτάδι του υποκόσμου. Ωκεανός: το απύθμενα παράξενο ποτάμι, στου οποίου τα νερά δεν μπορούμε να μπούμε δύο φορές, διότι νέα νερά ρέουν επάνω μας, στου οποίου τα νερά είμαστε και δεν είμαστε· νερά τα οποία ρέουν σε αυτόν τον κύκλο, εντός του οποίου κάθε σημείο της περιφέρειας είναι ταυτοχρόνως τέλος και αρχή, λήθη και αναγέννηση.

Τέτοια ήταν η Ασπίδα την οποία σφυρηλάτησε και έθεσε στα πόδια της Θέτιδος, της μητέρας του Αχιλλέως, ο Ήφαιστος. « Και ως γερακίνα αυτή από τον Όλυμπο πηδάει τον χιονισμένο» φέρνοντάς την στον γιο της. Τον βρίσκει να θρηνεί δίπλα στο σώμα του Πατρόκλου. Οι μαύρες φωτιές του Τάρταρου που καίνε στην ψυχή του Αχιλλέως, έχουν επισύρει τιμωρία. Έχει αμαρτήσει απέναντι στη δικαιοσύνη, απέναντι στο θεϊκό πυρ μέσα στην ίδια του την ψυχή. Έχει προσευχηθεί, ώστε οι σύντροφοί να γνωρίσουν την ήττα στην μάχη. Έχει φέρει πικρή θλίψη στον εαυτό του και στον λαό του. Τώρα είναι ανυπεράσπιστος στην ψυχή και στο σώμα. Έχει χάσει τον οπλισμό του από τον Έκτορα, τον οπλισμό τον οποίο οι Θεοί έδωσαν στον πατέρα του· και ο Πάτροκλος είναι νεκρός.

Κάθε άνθρωπος, σε κάθε εποχή – είτε είναι του χρυσού ή του αργύρου, του χαλκού ή του σιδήρου – φέρει εντός του τις δυνατότητες όλων των εποχών. Κάθε άνθρωπος μπορεί σε κάθε στιγμή, να στρέψει τα μάτια του πίσω στην πηγή. Οι αρετές του ήρωος – φιλαλήθεια και θάρρος – επιφέρουν δημιουργικούς και λυτρωτικούς μετασχηματισμούς σε κάθε κατάσταση, σε κάθε πόλεμο, εσωτερικό και εξωτερικό, ορατό και αόρατο. Κατά την κατάπτωσή του ο Αχιλλέας προσεύχεται«ο πόλεμος και η σύγκρουση να παύσουν». Επιθυμεί να επιστρέψει στην πηγή, αλλά κατά την επιστροφή πρέπει να ακολουθήσει το μονοπάτι του πεπρωμένου του. Η πυρά του μπορεί να αναζωπυρωθεί μόνον από τις νεκρικές πυρές του Πατρόκλου και του Έκτορος. Διότι ο Αχιλλέας προορίζεται να πεθάνει στην μάχη, αμέσως μόλις έχει φονεύσει τον Έκτορα· ακριβώς όπως ο Έκτορας έχει επιφέρει τον θάνατό του στα χέρια του Αχιλλέως με τον φόνο του Πατρόκλου. Έτσι τώρα για τον Αχιλλέα, η αποδοχή της Ασπίδος περιλαμβάνει την αποδοχή του ίδιου του θανάτου στο κοντινό μέλλον, πολεμώντας στην Σκαιά Πύλη. Η Ασπίδα θα τον προστατεύσει ως τον πεπρωμένο θάνατό του, ο οποίος όμως είναι δική του επιλογή. Επιλέγει τον φλογερό θάνατο του πολεμιστού, αντί να ζήσει ως τα γεράματα – διότι «Αυτοί που πεθαίνουν για υψηλότερους σκοπούς ανταμείβονται με υψηλότερες αμοιβές» σε έναν κόσμο όπου κάθε κίνηση, είναι η κίνηση του ενός αειζώου πυρός, μέσω όλων των μεταμορφώσεών του που θνήσκουν αναγεννόμενες – όπου η ζωή δεν διασπάται από τον θάνατο, αλλά ανανεώνεται αιωνίως. Έτσι ο Αχιλλέας, η θλίψη των ανθρώπων, αποδέχεται την Ασπίδα και κινείται στα μονοπάτια της επιστροφής.

«Τα μονοπάτια της επιστροφής». Και με την επιστροφή, η συμπόνια θα κυλήσει ξανά στην ψυχή του Αχιλλέως. Με την παρουσία του Πριάμου, καθώς ο γέρος άνδρας απλώνει τα χέρια του ικετευτικά προς τον άνθρωπο που έχει σκοτώσει τους γιους του, εισέρχεται στην καρδιά του Αχιλλέως η ανάγκη για θρήνο – και σηκώνει τον γέρο με τα χέρια του και θρηνεί και του λέει: «Άμοιρε εσύ και που ποτίστηκες πικρά φαρμάκια τόσα! Μονάχος να 'ρθεις πώς το βάσταξες στ᾿ Αργίτικα καράβια, τον άντρα ν᾿ αντικρίσεις, που άμετρους και ψυχωμένους γιους σου χάλασα… Και συ πιο πριν, ακούμε, γέροντα, χαιράμενος περνούσες… μιαν ώρα γύρω απ᾿ το κάστρο δε σου απόλειψαν οι σκοτωμοί κι οι μάχες».

Και στο τέλος της Ιλιάδος, βλέπουμε τον Αχιλλέα ακόμη μία φορά. Έχοντας επιστρέψει στον Πρίαμο τον νεκρό γιο του, υπόσχεται να συγκρατήσει την μάχη, μέχρι οι φλόγες να κατακάψουν το σώμα του Έκτορος. Τότε ως αποχαιρετισμό σφίγγει τον καρπό του δεξιού χεριού του γέροντα, ώστε - «καμιά στα σπλάχνα του μην έχει πια τρομάρα».

Μια τελευταία χειρονομία: αποδοχής, συμφιλιώσεως και τελικής αποκαταστάσεως.

Σε αυτήν την σύντομη μελέτη, επιχειρήθηκε να δοθεί μόνο το απλούστερο περίγραμμα του συμβολισμού και της ερμηνείας της Ασπίδος του Αχιλλέως. Οι αναγνώστες που επιθυμούν να αναζητήσουν περισσότερα επί του θέματος, στα πεδία της πρώιμης Ελληνικής κοσμολογίας και θρησκευτικού συμβολισμού, θα ανταμειφθούν με έναν πλούτο πληροφοριών περί των παραδοσιακών δογμάτων γενικότερα. Οι διάφορες απόψεις του Ησιόδου, του Ηρακλείτου, του Πυθαγόρος, του Παρμενίδου, του Εμπεδοκλέους και του Πλάτωνος – που αντανακλούν τις βαθύτερες όψεις της Παραδόσεως – μπορούν να γίνουν αποδεκτές, ως εκφραστικές της καθολικότητος του οράματος, που έγκειται πέραν των ορίων οποιασδήποτε από αυτές.







Για τους σκοπούς αυτού του δοκιμίου, οι αναγνώστες μπορούν πιο συγκεκριμένα να ανατρέξουν στην ραψωδία Σ της Ιλιάδος, στίχοι 462-τέλος και στο Έργα και Ημέραι του Ησιόδου, στίχοι 109-201.

Επίσης, τα αποσπάσματα του Ηρακλείτου έχουν αξιοποιηθεί ελευθέρως.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



[1] Χαλκός: η τρίτη μετάλλαξη, καθώς οι κοσμικές εποχές εκτυλίσσονται, της Εμπύρειου φωτιάς μέσα στα περικλείοντα ημισφαίρια του κόσμου. Ο κόσμος, ως τέτοιος, δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από περιορισμένος και σχηματισμένος.

[2] Η Ασπίδα του Αχιλλέως μπορεί υπό αυτήν την άποψη να συγκριθεί με την Ησιοδική Ασπίδα του Ηρακλέους, στην οποία η μορφή του Φόβου στέκεται ατενίζουσα από το κέντρο· ένα καθρέφτισμα της Εποχής του Χαλκού στο απόγειο της σκληρότητος και της βίας της. Στην Ιλιάδα ο ερχομός της Σιδηράς Εποχής προοιωνίζεται από την σιδερένια αιχμή του βέλους του Πανδάρου, που εκτοξεύεται κατά παράβαση ενός ιερού όρκου (Ιλιάδα, ραψωδία Δ, στίχος 103). Αυτή είναι η μόνη περίσταση όπου ο Όμηρος περιγράφει ένα βέλος ή μία αιχμή δόρατος ως «κατασκευασμένη από σίδηρο»

[3] Ύδατα κατά τον Θαλή: τα «χαοτικά» ύδατα, που κυλούν από το κενό που διαχωρίζει τον υπέρκοσμο από τον υπόκοσμο, από το οποίο ανακύπτει η κρυσταλλοποίηση του γεμάτου νησιά Δίσκου της Γης.

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος

Σημειώσεις του Ιστολογίου

* Η φράση για την βασιλεία του Κρόνου δεν αναφέρεται κανονικά σε αυτό το σημείο. Ο Κρόνος βασίλευσε, σύμφωνα με προηγούμενο σημείο της Ησιόδειου αφηγήσεως (στίχος 111), αλλά και σύμφωνα με την ρωμαϊκή παράδοση, κατά την Χρυσή εποχή· αυτό όμως δεν αλλάζει το νόημα, καθόσον η δράση του γένους των Ηρώων αντιπροσώπευε μία προσπάθεια για την επάνοδο στην Χρυσή Εποχή.

** Έμπυρος (στα Μεσαιωνικά Λατινικά Empyreus), και πιο συγκεκριμένα Έμπυρος Ουρανός είναι το υψηλότερο σημείο του ουρανού, το οποίο σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις καταλαμβάνεται από το στοιχείο της φωτιάς, ή τον αιθέρα κατά την Αριστοτέλεια φιλοσοφία. Στην Θεία Κωμωδία του Δάντη είναι το μέρος όπου κατοικεί ο Θεός, πηγή του φωτός και της δημιουργίας.

*** Εννοεί τον Δίσκο της Γης.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Η Αριστοκρατία των Αγωνιστών

…Η Αριστοκρατία των Αγωνιστών δεν μπορεί να είναι απλώς «Πνευματική». Δεν ενδιαφέρει το πνεύμα αυτό καθ’ αυτό, ούτε και οποιαδήποτε άλλη ατομική ικανότης «αυτή καθ’ αυτήν». Ενδιαφέρουν όλα αυτά, εάν και εφ’ όσον τίθενται στην υπηρεσία της Πατρίδος και εξυπηρετούν τον αγώνα της. Δεν έχει σημασία τι είναι κανείς για τον εαυτό του. Σημασία έχει τι είναι και τι προσφέρει στο Εθνικό Σύνολο άμεσα. Έναν σοφό επιστήμονα , το έθνος θα τον τιμήσει σαν επιστήμονα. Πέραν αυτού όμως, για να του δώσει την ανάλογη θέση μέσα την κοινωνική ιεραρχία θα τον εξετάσει σαν αγωνιστή και μόνο σαν τέτοιον.
Δεν έχει σημασία για την προσωπικότητα του Εθνικού αγωνιστή η μόρφωσις, αυτή καθ’ αυτήν. Σημασία έχει τι μπορεί ν’ αποδώσει, ή μάλλον τι έχει αποδώσει στην υπηρεσία του Εθνικού συνόλου και χάριν τούτου και μόνον. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα τραβήξουν ψηλότερα οι καλύτεροι ψυχικά και πνευματικά. Οι καλύτεροι όμως, όχι μεταξύ των πολλών, αλλά οι καλύτεροι μεταξύ των Αγωνιστών.
Μια και το κριτήριο είναι ο Εθνικός αγώνας, κάθε ιεραρχία αξιών δεν μπορεί παρά να απορρέει από αυτόν και μόνο. Γιατί μία και πρόκειται για την διεξαγωγή αγώνος, είναι απαραίτητη η πειθαρχία, και πειθαρχία χωρίς ιεραρχική διαβάθμιση είναι κάτι το ακατανόητο. Συνεπώς μία τάξις Εθνικών Αγωνιστών δεν μπορεί να έχει παρά τη μορφή ενός ιδεολογικού στρατού που στην κορυφή του πρέπει να βρίσκονται οι γενναιότεροι , οι δυνατότεροι, οι πνευματικότεροι, οι τιμιώτεροι και οι πιο αποδοτικοί. Οι άνδρες οι προικισμένοι με όλες εκείνες τις αρετές που συνήθως αναπτύσσονται και σφυρηλατούνται στο πολύπλευρο Εθνικό Αγώνα. Οι άνδρες που συνήθισαν να στηρίζουν κάθε δράση τους στην Πίστη και στο Καθήκον..

Εκ του βιβλίου «Η Αριστοκρατία των Αγωνιστών» του Δ.Σ. Σούτζου , Εκδόσεις ‘Ιαμβος, 1954.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2011

Edward John Poynter

Βρετανός ζωγράφος (1836-1919), γεννηθείς στο Παρίσι, του ρεύματος του Νεο-Κλασικισμού. Σπούδασε στο Λονδίνο, στην Ρώμη και το Παρίσι και στην συνέχεια δίδαξε ο ίδιος σε πανεπιστήμια της Αγγλίας. Διετέλεσε Διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης της Αγγλίας, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας, Διευθυντής της Εθνικής Σχολής Καλών Τεχνών.
Επηρεασμένος από τις ιδέες των νεο-κλασικιστών καλλιτεχνών, τα θέματα των έργων του πηγάζουν από την αρχαία ελληνική ιστορία και μυθολογία και την αρχαία Ρώμη, αναδεικνύοντας με έξοχο τρόπο την ομορφιά και την λαμπρότητα των δύο πολιτισμών.


Libra and Her Sparrow


The vision of Endymion


The Cave of the Storm Nymphs


The Catapault


Corner of the Villa


A vestal portrait of Miss Violet Lindsay


A visit to Aesclepius


A Roman Boat Race

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Η έννοια του πολιτικού κατά τον Καρλ Σμιτ


Όπως και αν τεθεί, το ερώτημα του πολιτικού αφορά πάντοτε το σημαντικότερο ζήτημα το οποίο αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος. Το πολιτικό παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να συγχέεται με την «πολιτική» ή με την «κομματική πολιτική», η οποία αφορά ατομικά και ειδικά συμφέροντα εντός των κοινοβουλευτικών θαλάμων αερίων. Η «πολιτική» συνδέεται με τον ορθολογισμό, τον υλισμό, τον οικονομισμό και την κυριαρχία του Μαμμωνά, όλα εκ των οποίων υπονομεύουν την εξουσία, την παράδοση και τις προσταγές του πολιτικού.

Ι.

Το πολιτικό αναφέρεται στο κράτος στην υψηλότερη εκδήλωσή του, ως ο παράγοντας της εσωτερικής ειρήνης και της εξωτερικής ασφάλειας. Μόνο αφότου η φιλελεύθερη κοινωνία αναμόρφωσε το κράτος - ώστε να διευκολύνει τους ιδιώτες να ελιχθούν για θέσεις ισχύος και επιρροής, από την στιγμή που τα ατομικά συμφέροντα επικράτησαν του συλλογικού συμφέροντος της πολιτείας - άρχισαν η πολιτική και το πολιτικό να αποκλίνουν (Στις Η.Π.Α., το πρώτο φιλελεύθερο κράτος, η πολιτική ήταν από την αρχή «μπίζνες»). Έτσι για τον Σμιτ το πολιτικό δεν αφορά αυτό που συμβατικώς γίνεται αντιληπτό ως πολιτική, αλλά μάλλον εκείνες τις καταστάσεις όπου το κράτος («το πολιτικό καθεστώς ενός οργανωμένου λαού σε μία περίκλειστη εδαφική μονάδα») είναι διακριτό από την κοινωνία και πάνω από αυτήν· πιο συγκεκριμένα τις καταστάσεις κατά τις οποίες απειλείται με καταστροφή από ένα υπέρ-προσωπικό κίνημα ή οντότητα και πρέπει κατά συνέπεια να δράσει ώστε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και την κοινότητα στης οποίας την υπεράσπιση έχει αφιερωθεί.

ΙΙ.

Τοιουτοτρόπως, τα πολικά κατηγορήματα τα οποία προσδιορίζουν το πολιτικό είναι αυτά της διάκρισης μεταξύ φίλου-εχθρού (μία διάκριση που συνεπάγεται την πιθανότητα φυσικής εξόντωσης μεταξύ των αντιπάλων κρατών). Αυτή η διάκριση βασίζεται σε αντιθετικά κατηγορήματα, διακριτά από το πολιτικό (διακριτά κατά τον τρόπο που τα κατηγορήματα του καλού και του κακού προσήκουν στην ηθική, το ωραίο και το άσχημο στην αισθητική, το επικερδές και το ζημιογόνο στα οικονομικά κ.ο.κ.)

ΙΙΙ.

Ποιος είναι ο εχθρός; Για τον Σμίτ είναι ο υπερπροσωπικός άλλος, ο ξένος, ο υπαρξιακός ξένος, του οποίου η έντονη εχθρότητα και ετοιμότητα για μάχη απειλούν το κράτος και τις σχέσεις φιλίας στο εσωτερικό του. Έτσι ο εχθρός ορίζεται όχι βάσει προσωπικών αισθημάτων ή ηθικών κρίσεων (inimicus), αλλά μόνο υπό την όψη μίας εντόνως εχθρικής δυνάμεως (hostis) η οποία απειλεί την ύπαρξη του κράτους. Υπό αυτήν την έννοια, ένας εχθρός υπάρχει οπουδήποτε μία μαχόμενη συλλογικότητα αποτελεί απειλή για μίαν άλλη συλλογικότητα. Για να ταυτοποιήσουμε τον εχθρό, είναι αναγκαίο να τον βιώσουμε ως ζωντανή απειλή κατά έναν τρόπο που καμία λογική ανάλυση, καμία πολυλογούσα λογική, καμία αντικειμενική κρίση, κανένα κανονιστικό κριτήριο δεν μπορεί να προβλέψει· διότι αυτό αποτελεί την εμπειρία ενός ανθρώπου ο οποίος ενσυνειδήτως αισθάνεται πότε η ύπαρξή του τίθεται σε κίνδυνο. Ο εχθρός καθορίζεται εδώ υπό όρους κριτηρίων, όχι περιεχομένου ή υπόστασης, παίρνοντας έτσι την μορφή ενός πράγματος το οποίο είναι πάντοτε συγκεκριμένο, υπαρκτό και πολύ έντονο, χωρίς να είναι επομένως απλώς κάτι μεταφορικό ή συμβολικό. «Αυτό που έχει πάντοτε σημασία, είναι μόνον η πιθανότητα σύγκρουσης». Συνήθως ο εχθρός είναι ο ξένος, ο «άλλος» του οποίου η απειλή έρχεται από το εξωτερικό. Όμως ο εχθρός μπορεί να αναδυθεί και από εσωτερικές διαφορές όπως όταν εσωτερικές κοινωνικές, θρησκευτικές, τμηματικές και άλλες διαφορές γίνουν τόσο έντονες ώστε να εξασθενήσουν την ενότητα του κράτους και την κοινή ταυτότητα του σώματος των πολιτών, πολώνοντάς τους σε φίλους και εχθρούς – δηλαδή σε μία κατάσταση εμφυλίου πολέμου καθώς η εσωτερική πολιτική αποκτά πρωταρχική σημασία. Ένα άλλο πιο σπάνιο παράδειγμα εχθρού τοποθετημένου στο εσωτερικό (χαρακτηριστικό των Η.Π.Α.) παρατηρείται οπουδήποτε ξένα πολιτισμικά στοιχεία αναλαμβάνουν τον έλεγχο του κράτους εις βάρος των πολιτών του (γενόμενα έτσι αυτό που ο Yockey απεκάλεσε «ένας εσωτερικός εχθρός»).

ΙV.

Οι φίλοι, αντιθέτως, μοιράζονται μια δέσμευση ως προς έναν τρόπο ζωής ο οποίος τους συνδέει μεταξύ τους, που τους δίνει ένα αίσθημα αλληλεγγύης, ένα αίσθημα που υπερβαίνει ζητήματα οικονομικών ή ηθικής, κάτι το οποίο προσομοιάζει με μία κοινή, ομοιογενή ταυτότητα που φθάνει πέρα από τις προσταγές της ιδιωτικής ζωής – ακόμη και αν αυτοί οι «φίλοι» δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Η φιλία (η αρμονική κατάσταση ανάμεσα σε αυτούς που συνθέτουν μία μεγάλη, κοινωνικά ή κοινοτικά συνεκτική ομάδα) προηγείται πάντοτε της εχθρότητος, διότι είναι αδύνατον να έχουμε τους απειλούντες την ζωή «αυτούς» χωρίς να έχουμε πρώτα τους καταφάσκοντες την ζωή «εμάς». Πράγματι, είναι μόνον υπό την απειλή του θανάτου και της καταστροφής την οποία αποτελεί ο εχθρός, που συνειδητοποιούμε πλήρως το τι είμαστε και μαθαίνουμε το τι είναι πραγματικά «λογικό» για εμάς. Αυτή η φιλία υπονοεί ότι το ειδικό υπερισχύει του καθολικού και ότι μία διακυβευμένη σύγκλιση συμφερόντων, βασισμένη στην κατοχή κοινών ποιοτήτων με τον εχθρό είναι αδιανόητη.

V.

Εν τέλει τότε, το πολιτικό είναι ένα ερώτημα ζωής και θανάτου – ένα ερώτημα το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη ενός εχθρού – ενός εχθρού νοούμενου ανεξαρτήτως άλλων αντιθέσεων (όπως οι ηθικές αντιθέσεις καλού εναντίον κακού) και με εννοιολογικώς αυτόνομα κατηγορήματα σκέψεως. Προϋποθέτοντας το πολιτικό, το κράτος υπό την Σμιτική έννοια, προσανατολίζεται μάλλον προς τις εξωτερικές απειλές παρά προς τις εσωτερικές δομές της διακυβέρνησης ή στην κοινωνικοοικονομική δραστηριότητα (το πεδίο της κομματικής πολιτικής). Το κράτος αντ΄αυτού προσδένεται στην αποφασιστικότητά του να υπερασπιστεί – με τα όπλα αν είναι αναγκαίο – την διακριτή του ύπαρξη. Αυτό δίνει στο κράτος το «δικαίωμα» να εξασκήσει την εξουσία του σχετικά με το ius belli, να καλέσει τα ατομικά του μέλη να σκοτώσουν και να ριψοκινδυνεύσουν να σκοτωθούν. Μία τέτοια εξουσία καθιστά το κράτος «ανώτερο» σε σχέση με όλες τις άλλες ενώσεις, διότι μόνον αυτό εξωθεί τα μέλη του να σκοτώσουν και να ριψοκινδυνεύσουν να σκοτωθούν. Οι αδύναμοι άνθρωποι που φοβούνται τις «δοκιμασίες και τους κινδύνους» που συνεπάγεται το πολιτικό αναπόφευκτα εξαφανίζονται από την ιστορία. Είναι αυτή η αποφασιστικότητα, η οποία συνεπάγεται ζωή ή θάνατο, που ειδικώς συνιστά αυτό που ο Σμιτ αντιλαμβάνεται ως την ουσία του πολιτικού. Όταν η επικείμενη απειλή πολέμου υποχωρεί το ίδιο συμβαίνει και με το πολιτικό. Αυτό δεν σημαίνει πως ο πόλεμος αφ’ εαυτού είναι ο «στόχος, ο σκοπός ή το περιεχόμενο του πολιτικού»· μόνον ότι ο «τρόπος συμπεριφοράς» - η ατομική ευθύνη – η κυρίαρχη άσκηση της εξουσίας – που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και αποφασίζει να του αντισταθεί – αποτελεί το πολιτικό. Το να είσαι λοιπόν πολιτικός, κατά την άποψη του Σμιτ, απαιτεί όχι μόνον απλώς μία πρότερη δέσμευση απέναντι στις εσωτερικές σχέσεις φιλίας και την κοινωνική αλληλεγγύη την οποία αυτές γεννούν, αλλά και σε μία συγκεκριμένη μορφή ζωής όπου η ομαδική ταυτότητα αξιολογείται, εν τέλει, υπεράνω της φυσικής υπάρξεως.

VI.

Τοιουτοτρόπως, το πολιτικό το οποίο «ούτε ευνοεί, ούτε αντιτίθεται στον πόλεμο» δεν είναι αναγκαστικά μία αποκλειστικώς πολεμική λειτουργία (ο πόλεμος είναι η υψηλότερη εκδήλωση της πολικότητος εχθρός/φίλος), ούτε μπορεί να ειπωθεί ότι είναι ένας per se πολεμοχαρής μηδενισμός. Μάλλον είναι περισσότερο σαν κάτι καθορισμένο από την πιθανότητα ένοπλης εχθρότητος – ακόμη και στις περιπτώσεις όπου τα parties belligerantes νομιμοποιούν την εμπόλεμη κατάστασή τους στο όνομα της ελευθερίας, της δικαιοσύνης ή κάποιας άλλης αφαίρεσης. Ο πόλεμος είναι απλώς μία «διαρκώς παρούσα πιθανότητα» την οποία ο Σμιτ αναγνώρισε και όρισε ως τον πυρήνα της πολιτικής σφαίρας. Αλλά αν για τον Σμιτ ο πόλεμος είναι, πάνω από όλα, μία αντίδραση σε μία εξωτερική απειλή και όχι μία επιδιωκόμενη επιθετικότητα, τότε τι υπονοείται όσον αφορά το υπαρξιακό ζήτημα; (Επιφανειακά τουλάχιστον, υποδηλώνει μία απόρριψη του l’esprit de conquête και της θελήσεως για δύναμη, την οποία ένας σύντροφος αντιλήφθηκε ως φιλελεύθερο ίχνος στην σκέψη του Σμιτ και εγώ ως ένα Καθολικό ηθικό ίχνος. Εν πάσει περιπτώσει, ο Σμιτ δεν τα πήγε ποτέ πολύ καλά με τον Νίτσε.)

VII.

Ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε φίλο και εχθρό διότι η ατομικιστική, ουνιβερσαλιστική και πλουραλιστική ιδεολογία του (συλλαμβανόμενη ως ιδεολογία ελευθέρως και αφιερωμένη στην – αφηρημένη – πρόταση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί ίσοι) αρνείται πως ένας τέτοιος ορισμός είναι καταληπτός σε έναν κόσμο κατανοητό υπό όρους αγοράς ή ηθικολογικούς όρους, όπου υπάρχουν μόνον ανταγωνιστές και ηθικές οντότητες με τις οποίες κάποιος διαπραγματεύεται ή επιχειρηματολογεί βάσει καθολικών δικαιωμάτων και συμφερόντων. Συνεπώς ο συμβιβασμός, όχι η σύγκρουση, είναι ο κύριος στόχος του φιλελεύθερου κράτους και ως εκ τούτου η ροπή του για ανταλλαγή, διαπραγμάτευση και επιχειρηματική δράση. Όμως όσο και αν προσπαθήσει, ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να διαφύγει από το «πολιτικό». Στις περιπτώσεις όπου εξαναγκάζεται να ορίσει έναν εχθρό, αυτός γίνεται αντιληπτός ως κάτι έξω από την «ανθρωπότητα» και έτσι όχι ως κάτι που πρέπει απλώς να νικηθεί, αλλά ως κάτι που πρέπει να εξοντωθεί ανηλεώς, διότι ο εχθρός του φιλελευθερισμού είναι κάτι μη ανθρώπινο.

VIII.

Επειδή ουσιαστικά βλέπει το κράτος ως ένα εργαλείο της κοινωνίας και της οικονομίας, αφιερωμένο στην μεγαλύτερη ευτυχία (υλική ευημερία), στον μεγαλύτερο βαθμό, ο φιλελευθερισμός στερείται μιας πολιτικής θεωρίας, έχοντας στην πραγματικότητα μόνο μία κριτική του πολιτικού. Πράγματι, ο φιλελεύθερος ατομικισμός και ο ουνιβερσαλισμός αρνούνται την ίδια την πιθανότητα του πολιτικού, τουλάχιστον κατ΄αρχήν. Διότι κατά την άποψή τους, τίποτε δε θα πρέπει να εξαναγκάζει το άτομο να πεθάνει για χάρη του κράτους, το οποίο το αντιλαμβάνονται με οικονομικούς και ηθικούς όρους αντί με πολιτικούς. Ένας τέτοιος εξαναγκασμός, υποστηρίζει, όχι μόνο θα παραβίαζε την ελευθερία του ατόμου, αλλά θα έκανε και τον συσχετισμό του με το έθνος/κράτος πρωτεύοντα· ενώ ο φιλελευθερισμός – με τον ανθρωπισμό του και τον ορθολογισμό του – παραλόγως και απανθρώπως υποστηρίζει πως μόνο τα ατομικιστικά ζητήματα οικονομίας και ηθικής είναι πρωτεύοντα. Το φιλελεύθερο κράτος είναι, ως τέτοιο, αφοσιωμένο ηθικώς στα δικαιώματα και στα συμφέροντα των ατόμων, ιδωμένων ως αυτο-εμπεριεχόμενων μονάδων, των οποίων το σύνολο είναι η ανθρωπότητα, και οικονομικώς στην απερίσπαστη παραγωγή και στο εμπόριο. Στην πράξη αυτό σήμανε πως οι παλαιότερα καθορισμένες κοινωνικές τάξεις, μαζί με τα «προνόμια» της παραδόσεως, είχαν υποχρεωθεί να υποκύψουν στις επιθυμίες άμορφων, χειραγωγήσιμων μαζών, καθώς η ποσότητα υπερίσχυσε της ποιότητος και το χρήμα ανέτρεψε το θεϊκό δικαίωμα των βασιλέων· ένα δικαίωμα το οποίο, παρεμπιπτόντως, πέρασε στην συνέχεια στους ανθρώπους του χρήματος, σε αυτήν την εθνική μειονότητα της οποίας η αρχή αποδείχθηκε καταστροφικότερη από οποιονδήποτε προηγούμενο τύραννο. Επίσης σήμαινε πως ο τοκογλύφος μπορούσε να επικαλεστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα, ώστε να αφαιρέσει την γη των αγροτών, πως τα ατομικά συμφέροντα τα οποία εκπροσωπούνται από τους πολιτικούς έχουν προτεραιότητα έναντι του Πεπρωμένου του έθνους, και πως η αδελφοσύνη του ανθρώπου απαιτεί τους μεγαλύτερους, πιο βίαιους και εκδικητικούς πολέμους, ώστε να καταπνίξει εκφράσεις πολιτικής πολώσεως.

IX.

Παρόλα αυτά, το πολιτικό δεν μπορεί να αποφευχθεί – είναι απρόσβλητο από την αποπολιτικοποιητική διαδικασία – είναι η ουσία της κυριαρχίας. Σε περιπτώσεις πολέμου, το κράτος, ως το εργαλείο του πολιτικού, είναι η υπέρτατη εξουσία – υπεράνω του νόμου – και συνεχίζει να είναι για όσο διαρκεί η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Στην πραγματικότητα, τα νομικά συστήματα βασίζονται όχι στην νομική λογική, αλλά σε μία εξουσία η οποία μιλάει σε υπαρξιακό/οντολογικό επίπεδο και η οποία δεν χρειάζεται άλλη δικαιολόγηση πέραν της ίδιας της υπάρξεώς της.

X.

«Το protego ergo oblige (προστατεύω άρα υποχρεώνω) είναι το cogito ergo sum (σκέφτομαι άρα υπάρχω) του κράτους.» Το κράτος, ως τέτοιο, είναι η υψηλότερη μορφή ανθρώπινης ενώσεως, υπερασπιζόμενο την ζωή των πολιτών του και προσδοκώντας στην συνέχεια, ότι και αυτοί θα είναι προετοιμασμένοι να πεθάνουν για αυτό, αν είναι αναγκαίο. Προστασία και υπακοή, υγιώς συνδεδεμένες, είναι κατ΄αυτόν τον τρόπο αμοιβαία περιπλεγμένες.

XI.

Τελικά, το πολιτικό είναι ένα υπαρξιακό ζήτημα του υψηλότερου βαθμού. Υπό την προοπτική του θανάτου, κάποιος αναγκάζεται να διαλέξει πλευρά και έτσι να αναλάβει την ευθύνη για την ζωή του. Σε αυτήν την σύγκρουση ο εχθρός, κατά κανόνα, τονίζει την αληθινή σημασία της φιλίας. Την ίδια ώρα, ο εχθρός καθορίζει το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, διότι μόνον όταν είμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο, αντιμετωπίζουμε και την ζωή ως όλον. Το πολιτικό, λοιπόν, συνεπάγεται το Πεπρωμένο διότι διατηρεί τους ανθρώπους στην ιστορικότητα και τους μεταφέρει πέρα από τους ιδιαίτερους εαυτούς τους, στο πεδίο των μεγάλων γεγονότων. Στο οραματιζόμενο από τους φιλελεύθερους παγκόσμιο κράτος, σε μία κατάσταση όπου υπάρχει μόνον η «ανθρωπότητα» και καμία διάκριση φίλου/εχθρού (εκτός από την περίπτωση των εξωγήινων), δεν θα υπήρχε καθόλου το πολιτικό· μόνον ανταγωνισμός μεταξύ ατόμων, των οποίων η σημαντικότερη έγνοια θα ήταν ο αυτό-πλουτισμός, η άνεση και η διασκέδαση. Χωρίς το πολιτικό και το κράτος πάνω στο οποίο αυτό βασίζεται (δηλαδή, χωρίς μία υπαρξιακή δέσμευση σε μία κοινή ταυτότητα), δεν θα υπήρχε, ως συνέπεια, καμία πολικότητα, καμία αντίθεση, καμία υπερβατική αναφορά και κανένας τρόπος να αντιτεθούμε στο ενδεχόμενο του να συλλογιστούμε υπό την επήρεια του σύγχρονου μηδενισμού. Για αυτόν τον λόγο, το πρώτο θύμα της φιλελεύθερης αποπολιτικοποίησης είναι πάντοτε το «νόημα». Συνεπώς, αν οι Ευρωπαίοι πρόκειται να ανακτήσουν ποτέ το Πεπρωμένο τους, αυτό θα γίνει μόνο διαμέσου μίας πολιτικής επιβεβαιώσεως της ταυτότητος, η οποία τους διαχωρίζει από τους υπόλοιπους λαούς του κόσμου. Όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς «πολιτική».

Michael OMeara

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος

Το άρθρο στην αρχική του μορφή (αγγλική):http://www.counter-currents.com/2010/07/carl-schmitts-the-concept-of-the-political/

Ο Michael OMeara, Ph.D., σπούδασε κοινωνική θεωρία στο Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales του Παρισιού και σύγχρονη Ευρωπαϊκή ιστορία στο University of California, Berkeley. Είναι ο συγγραφέας του Toward the White Republic (San Francisco: Counter-Currents, 2010) και του New Culture, New Right: Anti-Liberalism in Postmodern Europe(Bloomington, Ind.: 1stBooks, 2004).

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Η φλόγα


Η γραμμική θεώρηση του χρόνου και κυρίως των συμβάντων και της ενεργείας που περί- εσωκλείει αυτά, αποτελεί ένα δύσβατο εμπόδιο στην μετουσίωση της αναδράσεως και της εμπειρίας σε κανόνα χαράξεως του μακροπρόθεσμου και βραχυπρόθεσμου μέλλοντος. Αντιθέτως, η δύναμη κατανοήσεως και παρακολουθήσεως της κυκλικής τροχιάς, αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη αναπτύξεως εκείνης της επιταχύνσεως, η οποία δύναται σε κάποιες περιπτώσεις να οδηγήσει στην λυτρωτική εκείνη κατάσταση απελευθερώσεως από την περιοδικότητα. Πέραν των πνευματικών αναζητήσεων και της ασκητικής που θα εκπορευτεί από εκεί, μακράν των απλών κοσμικών φαινομένων που αδιαλείπτως λαμβάνουν χώρα γύρω μας, οφείλουμε να εστιάσουμε και σε εκείνα τα πεδία του βίου μας, που ενώ φαινομενικώς θεωρούνται ασήμαντες αθροίσεις στιγμών και γεγονότων, εντούτοις αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι τόσο της υπάρξεώς μας, όσο και ολοκλήρου του κόσμου, του οποίου οι νόμοι, θέλοντας και μη, θα αντικρίσουμε να ενθρονίζονται εν ριπή οξυδερκούς οφθαλμού.
Πόσες φορές αναζητούμε την ένταση, το πάθος, την δύναμη, την μεγαλοπρέπεια, εκείνες τις στιγμές που η ανάσα γινόταν βαριά από τον ενθουσιασμό και το οξυγόνο που εισπνέαμε φαινόταν λιγοστό για τα στήθη μας. Εκείνες τις στιγμές που πρωτοαντικρίσαμε ένα σύμβολο, μία σημαία, ασπρόμαυρες φωτογραφίες, λάβαρα και τάφους στρατιωτών, ζωντανούς θρύλους των πεδίων μαχών και έναν συναγωνιστή δίπλα μας, με το ίδιο πείσμα πως είτε θα αλλάξουμε τον κόσμο, είτε θα χαθούμε μαζί του ηρωικά. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος, δεν υπήρχε κανείς να σταματήσει την πορεία προς τον Αγώνα. Τα πάθη, οι ηδονές, ο εγωισμός, η κοινωνικότητα και ο αστικός καθωσπρεπισμός φάνταζαν αμμώδη καλλιτεχνήματα που με μία απροσδιορίστου φύσεως παιδικότητα χαιρόμασταν καθώς διαλύονταν από τους κυματισμούς των θαλασσών που είχαμε αρχίσει να πλέουμε. Έκτοτε…
Έκτοτε τα συναισθήματα είτε με αργούς είτε με ταχείςς ρυθμούς μεταλλάσσονταν. Απογοήτευση, κατήφεια, αρνητικότητα, μιζέρια, απέχθεια και βρωμιά. Η αγνότητα των ιδεών, ο ιδεαλισμός, ο ρομαντισμός, η ανιδιοτέλεια πνίγηκαν από τους χειμάρρους των εγωισμών, της πολιτικής και της συγχύσεως. Παρελθοντολογία, προγονοπληξία, φετιχισμός, ψέμα και υποκρισία. Πολιτική και σύγχυση. Από ένα σημείο καμπής και ύστερα δεν υπάρχει στόχος και σκοπός, μονάχα εντυπώσεις. Ακόμη και αν οι γνώμες ή οι θεωρητικές απόψεις κάποιων προσπαθήσουν να αντικρούσουν αυτή την θέση, η ίδια η πορεία του εθνικοσοσιαλισμού εν Ελλάδι θα τους διαψεύσει.
Στην πορεία αυτή, μία γραμμική αντίληψη των πραγμάτων μπορεί απλώς να συσκοτίσει τα πεδία εκείνα στα οποία ο κυκλικός ρους διαγράφει συνεχώς την τροχιά του, οδηγώντας το άτομο συνεχώς σε καταστάσεις, παρομοίας φύσεως με τις προηγούμενες. Η ασυναίσθητη αυτή επαναφορά μπορεί να απεικονιστεί ως μία κυκλική κίνηση σε ένα επίπεδο, όπου ενώ οι συντεταγμένες αλλάζουν συνεχώς, δίνοντας μία ψευδαίσθηση «αλλαγής», ο βασικός τύπος που περιγράφει την κίνηση παραμένει ο ίδιος και εν τέλει θα επαναφέρει το άτομο στην αρχική του θέση, η οποία είναι μακράν από τα αναφερόμενα «πρώτα χρόνια», διότι ασυνείδητα κατά την περίοδο της «πτώσεως» έχει μετατοπισθεί το κέντρον του κύκλου. Παρατηρείται δηλαδή, μία ψευδαίσθηση γραμμικής αναπτύξεως, η οποία κατ΄ουσίαν δεν είναι τίποτα άλλο από κυκλικές επιφανειακές χαράξεις μετατοπισμένες από τα επίπεδα της αγνότητος στα επίπεδα της μετριότητος και της βρωμιάς. Οι δύο αυτές ψευδαισθήσεις που γεννάει αυτή η φθοροποιός ατραπός, αυτοτροφοδοτούμενες κυρίως από πνευματικά ναρκωτικά, απολαμβάνουν να σκορπούν την καρκινική τους μανία, στον εν αποσυνθέσει κορμό της Ελληνικότητος και της Αριονικότητος. Μερικά από τα κυριότερα πνευματικά ναρκωτικά είναι τα ψυχολογικά συμπλέγματα, οι εμμονές, η αναζήτηση υπαιτίων, η προσκόλληση σε συγκεκριμένα πρόσωπα, η μανία, η συνομωσιολογία και η συρρίκνωση της σκέψεως και της αντιλήψεως. Η αγκίστρωση στο εφήμερο και το σάπιο εν είδει «καθάρσεως», δεν είναι τίποτα άλλο από προαυλισμός στην πνευματική φυλακή που αρνούμαστε να αντικρίσουμε.
Για την αποτίναξη των ψευδαισθήσεων αυτών και για την αναγέννηση τόσο σε εσωτερικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, της νεανικής εντάσεως , του πυρωμένου πάθους σε συνδυασμό με την σκληρή εμπειρία, οφείλουμε αρχικώς να αναγνωρίσουμε την κυκλικότητα της ενεργείας μας, αλλά και του εν προκειμένω χρόνω επιπέδου στο οποίο κινούμαστε. Κατόπιν, η υπέρβαση έγκειται στην απαγκίστρωση μας από το δισδιάστατο επίπεδο γενικώς, χάριν μιας ελικοειδούς ανελικτικής φοράς. Ο χειρότερος εχθρός και ο αισχρότερος προδότης, δεν αναζητείται από έναν μαχητή μήτε σε «συναγωνιστές» μήτε σε «αρχηγούς». Διότι και τους δύο , ο ίδιος τους είχε κάποτε επιλέξει. Προσδιορίζεται κυρίως εντός του. Σε εκείνα τα κομμάτια του Είναι του, που για οποιοδήποτε λόγο, βρέθηκαν σε κάποιο επίπεδο. Αυτός ο εχθρός πρέπει να νικηθεί, αυτός ο προδότης πρέπει να τιμωρηθεί. Δεν νοείται Αγών που δεν υπεδείχθη, νοείται όμως Αγών που δεν δρομολογήθηκε από εμάς τους ιδίους. Οφείλουμε να επικεντρωθούμε και να καθυποτάξουμε εκείνα τα στοιχεία εντός μας που στάθηκαν ή στέκονται εμπόδια στην διεύρυνση των πεδίων που αγωνιζόμαστε. Έχουμε κληρονομήσει τόσα μικρόβια από την παρηκμασμένη κοινωνία εκ της μητρός της οποίας προήλθαμε, έχει τόσο αλλοτριωθεί το ψυχικό μας οικοδόμημα από τους νόμους και την ηθική των αστών, έχουμε τόσο απομακρυνθεί από την Ουσία της υπάρξεως μας, που κάθε βήμα προς τα πίσω αποτελεί βουτιά σε έναν γκρεμό, από όπου το ένστικτο μας και τα ευγενέστερα εναπομείναντα στοιχεία μας επί χρόνια πάλευαν να μας αναρριχήσουν. Η έννοια του εφήμερου εκ φύσεως εχθρεύεται την κραυγή ενός εθνικοσοσιαλιστή, της οποίας η ηχώ επιθυμεί να ταξιδέψει στους αιώνες. Τα κόμματα, οι ομάδες και τα άτομα αποτελούν κομμάτια του «εφήμερου». Αθροίσματα από «Εγώ» που μια μέρα θα ξεφτίσουν ως φυσικές παρουσίες. Αυτό το οποίο αντηχεί στον Ουρανό, στο Αίμα και την Πατρίδα, στους Θεούς και τους Ήρωες, είναι ο Αγώνας.
Αν αναζητούμε εξευγενισμό, ας τον εφαρμόσουμε. Δίχως τυμπανοκρουσίες, γραφικές του απεικονίσεις και μεγαλοστομίες. Δίχως ανακοινώσεις, δίχως υποδείξεις. Η ειλικρινής προσφορά και προσέγγιση του εθνικοσοσιαλισμού μπορεί να είναι μόνο συνειδητή, κατόπιν στιγμιαίων βιωματικών εμπειριών, δίχως καμία ανάγκη αναδείξεώς της. Δεν μπορεί κανείς να αποτελέσει τον μεσσία κανενός άλλου. Μπορεί μονάχα να αποτελέσει τον δάσκαλο, τον ηγέτη,τον σύντροφο και να συμπορευτεί σε ένα κοινό μονοπάτι το οποίο, όμως, όντας εν τη γενέσει σε δισδιάστατο επίπεδο, δεν δύναται να οδηγήσει στην υπέρβαση προς την ανέλιξη, διότι αυτή λαμβάνει χώρα μονάχα σε ατομικό επίπεδο. Βεβαίως, βαθμηδόν, το άτομο για να συνεχίζει να χαράζει την αναφερομένη πορεία του, διαχέεται στην ομοούσια φύση της κοινότητος και της αληθείας.
Βρισκόμενος, εν κατακλείδι, ένας Άριος πολεμιστής στον προσωπικό και συλλογικό ανήφορο του Αγώνος, αφήνει πίσω τις χρονικές περιόδους και τα μέρη που πέρασε. Αντλεί από εκείνα μονάχα εμπειρία και δύναμη διαφυλάττοντας ως κόρη οφθαλμού το ενστικτώδες Πάθος για Αγώνα με το βλέμμα καρφωμένο στις κορυφές που καρτερούν να τον υποδεχτούν και τις μάχες που θα συνθλίψουν τις σπείρες και τους κύκλους, λυτρώνοντάς τον. Κάθε Αυγή οι ηλιαχτίδες θα φωτίζουν τις παλιές ορατές και αόρατες πληγές, θα δεικνύουν την ζωή και τον Αγώνα, θα εμπνέουν και θα συνοδεύουν, έως ότου επέλθει η νύχτα. Τότε, σκύβοντας πάνω από την λίμνη της επιγνώσεως, αντικρίζοντας σε αυτήν τα άστρα που κοσμούν το περίγραμμα του, αντικρίζει εκείνη την παιδική φλόγα της νιότης. Ισχυρότερη, λαμπρότερη, πυρά θερμή και φωτοδότρα, φλόγα δάδας που οι χείρες του πνεύματος, της ψυχής και του βίου μετέφεραν μαζί τους…

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Francis Danby

Ιρλανδός ζωγράφος του Ρομαντισμού (1973-1861). Αποτέλεσε την κεντρική προσωπικότητα της καλλιτεχνικής "Σχολής του Μπρίστολ", από τα μέλη της οποίας εμπνεύστηκε και εμπλούτισε τις γνώσεις του. Στο Μπρίστολ ασχολήθηκε με την παραγωγή ελαιογραφιών και τις πουλούσε για ασήμαντα ποσά· ωστόσο έστελνε δείγματα του έργου του σε εκθέσεις του Λονδίνου και γρήγορα τράβηξε την προσοχή των καλλιτεχνικών κύκλων και κριτικών, γεγονός που οδήγησε στην εκλογή του ως συνεργάτη της Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου.
Τα έργα του χαρακτηριζόνται από δραματική και ποιητική ατμόσφαιρα και συνήθως απεικονίζουν εφιαλτικά φανταστικά θέματα, αν και πέρασε μια περίοδο καλλιτεχνικής γαλήνης και πιο ανάλαφρων θεμάτων.





Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010

Η μάχη του Brávellir


Η μάχη του Brávellir (ή Bråvalla) αποτελεί μία θρυλική σύγκρουση που υποτίθεται ότι έλαβε χώρα κατά τον 8ο αιώνα μ.Χ. και η οποία εξιστορείται σε διάφορες σάγκες των Σκανδιναβικών λαών όπως η "Sögubrot af nokkrum fornkonungum" και η "Hervarar saga ok Heiðreks", κυρίως όμως στο "Gesta Danorum" του Saxo Grammaticus. Αιτία για την διεξαγωγή της μάχης, υπήρξε η επιθυμία του υπέργηρου βασιλέως Haraldr Hilditönn (ο οποίος σύμφωνα με τον Arildt Hvitfeldt βασίλευε σε όλη την Δανία, στο Βέστφολντ της Νορβηγίας, σε ολόκληρη την νότια Σουηδία και εξουσίαζε την Νορθουμβρία στην Βρετανία καθώς και την Εσθονία) να έχει έναν ένδοξο θάνατο, καθώς συναισθανόμενος την μεγάλη ηλικία του (ήταν 150 ετών) φοβήθηκε ότι θα πεθάνει στο κρεβάτι του καταλήγοντας έτσι στο Νίφελχαϊμ και όχι στην Βαλχάλλα. Για να αποφύγει αυτό το ενδεχόμενο πρότεινε στον ανιψιό του και υποτελή του Sigurðr Hringr , βασιλιά της Σουηδίας και των Γεατών της δυτικής Γιέταλαντ (Götaland) να πολεμήσουν μεταξύ τους σε μία μεγάλη μάχη. Σύμφωνα με τον Saxo Grammaticus οι δύο άρχοντες έκαναν ετοιμασίες για την μάχη οι οποίες διήρκεσαν επτά χρόνια, και στο πλευρό τους παρατάχθηκαν πολεμιστές από όλες τις περιοχές οι οποίες σχετίζονταν εκείνη την περίοδο με τα Σκανδιναβικά έθνη. Με τον Haraldr ενώθηκαν Δανοί, Σκάνιοι, Άγγλοι, Φρίζιοι, Σλάβοι, Λιβόνιοι, Σάξονες καθώς και πολλές γυναίκες (οι γνωστές στην σκανδιναβική παράδοση ως «ασπιδοφέρουσες κόρες»), ενώ στον στρατό του Sigurðr εντάχθηκαν Σουηδοί, Νορβηγοί, Ισλανδοί, Ρως, Κουρλανδοί και Εσθονοί. Η μάχη ξεκίνησε ως μαζική σύγκρουση των δύο στρατών, στην συνέχεια όμως το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε σε κατορθώματα των ηρώων που μάχονταν και στις δύο πλευρές με αποκορύφωμα την είσοδο του Haraldr, ο οποίος σύμφωνα με το "Gesta Danorum" ακούγοντας τις κραυγές των ανδρών του όρμησε με το άρμα του κρατώντας δύο ξίφη και βρίσκοντας τον θάνατο από το χέρι του ηνιόχου του Brun, ο οποίος όπως υποψιάστηκε ο βασιλιάς ήταν ο ίδιος ο ‘Οντιν μεταμορφωμένος. Ο Sigurðr μόλις αντιλήφθηκε τον θάνατο του θείου του έδωσε εντολή να σταματήσει η μάχη και να βρεθεί το σώμα του· στην συνέχεια οδήγησε τον νεκρό βασιλιά στην νεκρική πυρά αποδίδοντάς του όλες τις τιμές που του άξιζαν. Μαζί με τον Haraldr βρήκαν τον θάνατο εκείνη την ημέρα 42000 ευγενείς και πολλοί άλλοι ελεύθεροι άνδρες και από τα δύο στρατόπεδα, μαχόμενοι για τους βασιλείς τους, την προσωπική τους τιμή και την άφθαρτη δόξα.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Περί της Σκοτεινής Εποχής


Αναφορικά με ό,τι είπα προηγουμένως εν σχέσει με αυτό που οι αρχαίες παραδόσεις απεκάλεσαν Σκοτεινή Εποχή (Κάλι Γιούγκα), θα περιγράψω τώρα μερικά από τα χαρακτηριστικά της τα οποία βρίσκονται σε ένα αρχαίο Ινδουιστικό κείμενο το Βίσνου Πουράνα. Θα βάλω σε παρενθέσεις ό,τι θεωρώ πως είναι οι σημερινές αντιστοιχίες.
Παρίες και βάρβαροι θα είναι οι κύριοι των οχθών του Ινδού, του Νταρβίκα, του Τσαντραμπάγκα, του Κασμίρ. Αυτοί θα είναι όλοι πρόσκαιροι άρχοντες (αυτής της εποχής) βασιλεύοντες πάνω στην γη: βασιλείς (κυβερνήτες) βίαιης διαθέσεως… Θα διαρπάζουν την περιουσία των υπηκόων τους, θα είναι περιορισμένης δυνάμεως και θελήσεως· κατά το πλείστον θα ανέρχονται και θα εκπίπτουν ταχύτατα. Οι ζωές τους θα είναι σύντομες, οι επιθυμίες τους ακόρεστες και θα επιδεικνύουν πολύ λίγη ευσέβεια. Άνδρες από διάφορες χώρες αναμειγνυόμενοι μαζί τους θα ακολουθούν το παράδειγμά τους… Η κυρίαρχη κάστα θα είναι αυτή των Σούντρας… οι Βαϊσύας θα εγκαταλείψουν την γεωργία και το εμπόριο και θα κερδίζουν τα προς το ζην μέσω της υπηρέτησης ή της εξάσκησης μηχανικών τεχνών (προλεταριοποίηση και βιομηχανοποίηση) … οι Ξατρίγυας αντί να προστατεύουν, θα λεηλατούν τους υπηκόους τους: υπό την πρόφαση των εισπρακτικών εθίμων θα ληστεύουν την περιουσία των εμπόρων (κρίση του καπιταλισμού και της ατομικής ιδιοκτησίας, κοινωνικοποίηση, εθνικοποίηση και κομμουνισμός)… Ο πλούτος (εσωτερικός) και η ευσέβεια (το να ακολουθείς το dharma σου) θα μειώνονται ημέρα με την ημέρα εώς ότου ολόκληρος ο κόσμος θα είναι τελείως διεφθαρμένος. Τότε η περιουσία μόνο θα προσδίδει βαθμό (η ποσότητα των δολαρίων – οικονομικές τάξεις), ο πλούτος (υλικός) θα είναι η μόνη πηγή αφοσίωσης, το πάθος θα είναι ο μόνος δεσμός ένωσης ανάμεσα στα φύλα, η ψευτιά θα είναι το μόνο μέσον επιτυχίας στις αντιδικίες… Η γη θα λατρεύεται μόνο για τον ορυκτό της πλούτο (αδίστακτη εκμετάλλευση του εδάφους, θάνατος της λατρείας της γης)… Τα βραχμανικά ενδύματα θα κάνουν κάποιον Βραχμάνο… η αδυναμία θα είναι η πηγή της εξαρτήσεως (δειλία, θάνατος της πίστεως - fides - και της τιμής στα σύγχρονα πολιτικά σχήματα)… η απλή νίψη (στερούμενη της δυνάμεως της αληθινής τελετουργίας) θα είναι κάθαρση (μπορεί να υπάρξει στα αλήθεια τίποτε περισσότερο στην υποτιθέμενη σωτηρία που επιτυγχάνεται στα χριστιανικά μυστήρια;)… στην Κάλι Γιούγκα άνδρες διεφθαρμένοι από απίστους… θα πουν: «Ποια είναι η αυθεντία των Βεδών; Τί είναι οι Θεοί ή οι Βραχμάνοι;…» «η τήρηση της κάστας, της τάξεως και των θεσμών (παραδοσιακών) δεν θα κυριαρχεί στην Κάλι Γιούγκα. Οι γάμοι σε αυτήν την εποχή δεν θα είναι σύμφωνοι με το τυπικό, ούτε οι κανόνες οι οποίοι συνδέουν τον δάσκαλο με τον μαθητή του θα είναι εν ισχύ… Ένας αναγεννημένος άνδρας θα μυείται με οποιονδήποτε τρόπο (η δημοκρατία εφαρμοζόμενη στο πνευματικό επίπεδο) και τέτοιες πράξεις μετάνοιας με τον τρόπο που θα εκτελούνται δεν θα συνοδεύονται από κανένα αποτέλεσμα (αυτό αναφέρεται σε μία «ανθρωπιστική» και κομφορμιστική θρησκεία)… όλοι οι τρόποι ζωής θα είναι παρομοίως κοινοί σε όλα τα πρόσωπα… Αυτός που θα δωρίζει πολλά χρήματα θα είναι ο κύριος των ανδρών και η οικογενειακή καταγωγή δεν θα αποτελεί πλέον τίτλο υπεροχής (τέλος της παραδοσιακής αριστοκρατίας, έλευση της αστικής τάξεως, της πλουτοκρατίας)… Οι άνδρες θα ικανοποιούν τις επιθυμίες τους με τα πλούτη, παρόλο που απεκτήθησαν με ανέντιμο τρόπο… Άνδρες όλων των βαθμών θα θεωρούν τους εαυτούς τους ίσους με τους Βραχμάνους (η διαστροφή και η αλαζονεία των διανοουμένων και της σύγχρονης κουλτούρας)… οι άνθρωποι θα είναι σχεδόν πάντα υπό τον φόβο λιμού και θα αγωνιούν περί των αναγκαίων αποθεμάτων για τη ζωή· έτσι θα παρατηρούν συνεχώς τα σημάδια του ουρανού (το νόημα των θρησκευτικών και προληπτικών καταλοίπων που είναι χαρακτηριστικά των σύγχρονων μαζών)… οι γυναίκες δεν θα δίνουν καμία σημασία στις διαταγές των ανδρών τους ή των γονέων τους… θα είναι εγωίστριες, ελεεινές, ακατάστατες· θα είναι γκρινιάρες και ψεύτρες, η διαγωγή τους θα είναι ανέντιμη και ανήθικη και θα προσκολλώνται σε έκλυτους άνδρες… Καθώς οι άνδρες θα έχουν παρεκκλίνει προς την αίρεση, η αδικία θα ανθίσει και για αυτό η διάρκεια ζωής θα μειωθεί.
Παρόλα αυτά στο Βίσνου Πουράνα υπάρχουν επίσης αναφορές σε στοιχεία της αρχέγονης φυλής ή φυλής του Μάνου τα οποία έχουν διατηρηθεί σε αυτήν την Σκοτεινή Εποχή, ώστε να αποτελέσουν τον σπόρο νέων γενεών. Αυτό που εμφανίζεται ξανά είναι η γνώριμη ιδέα μίας νέας και τελικής «εξ άνωθεν» θεοφάνειας:
Όταν οι πρακτικές που διδάσκονται από τις Βέδες και οι θεσμοί του νόμου θα έχουν σχεδόν παύσει, και όταν το τέλος της Κάλι Γιούγκα θα είναι κοντά, ένα μέρος του θεϊκού όντος που υπάρχει εκ της ιδίας της πνευματικής φύσεώς του στον χαρακτήρα του Μπράχμα, και το οποίο είναι η αρχή και το τέλος, και το οποίο κατανοεί όλα τα πράγματα, θα κατέλθει στην γη… Τότε θα αποκαταστήσει την δικαιοσύνη πάνω στην γη· και τα μυαλά αυτών που ζουν στο τέλος της Κάλι Γιούγκα θα αφυπνισθούν και θα είναι διαυγή σαν κρύσταλλο. Έτσι οι άνδρες οι οποίοι θα αλλάξουν εξαιτίας αυτού του συγκεκριμένου χρόνου θα είναι οι σπόροι (νέων) ανθρωπίνων όντων και θα γεννήσουν μία φυλή η οποία θα ακολουθήσει τους νόμους της Κρίτα Γιούγκα ή εποχής της αγνότητος (αρχέγονη εποχή).
Στο ίδιο κείμενο και στο ίδιο κεφάλαιο λέγεται ότι η γενιά από την οποία θα γεννηθεί αυτή η θεϊκή αρχή ζει στο χωριό της Σαμπάλα. Η Σαμπάλα – όπως υπέδειξα προηγουμένως – αναφέρεται στην μεταφυσική του «κέντρου» και του «πόλου», στο Υπερβόρειο μυστήριο και στις δυνάμεις της αρχέγονης παραδόσεως.
Ιούλιος Έβολα

Μετάφραση-Απόδοση: Τήμενος